Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Ο αφανισμός της Κανδάνου των Χανίων Κρήτης


Στις 3 Ιουνίου 1941 οι γερμανοί κατακτητές κατέστρεψαν ολοσχερώς το χωριό Κάνδανος Χανίων και εκτέλεσαν 180 από τους κατοίκους του, σε αντίποινα για την αντίσταση που πρόβαλαν κατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης... 

Στις 3 Ιουνίου 1941 οι γερμανοί κατακτητές κατέστρεψαν ολοσχερώς το χωριό Κάνδανος Χανίων και εκτέλεσαν 180 από τους κατοίκους του, σε αντίποινα για την αντίσταση που πρόβαλαν κατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης (20 -31 Μαΐου 1941). Πρόκειται για ένα από τα πιο σοβαρά εγκλήματα πολέμου των Γερμανών στην Ελλάδα.

Η Κάνδανος ή Κάντανος βρίσκεται στο κέντρο του Νομού Χανίων, στο δρόμο που συνδέει τα Χανιά στα βόρεια με την Παλαιόχωρα στα νότια. Βομβαρδίστηκε από τις πρώτες ημέρες της γερμανικής εισβολής στη μεγαλόνησο, επειδή η περιοχή θεωρήθηκε στρατηγικής σημασίας για τις επιχειρήσεις τους. Στις 23 Μαΐου ένα μηχανοκίνητο απόσπασμα προσπάθησε να την καταλάβει, αλλά οι ντόπιοι με αυτοσχέδια όπλα κατόρθωσαν να τους απωθήσουν. Την επόμενη ημέρα οι Γερμανοί επανήλθαν με υπέρτερες δυνάμεις και στις 25 Μαΐου κατέλαβαν το χωριό, ενώ οι κρήτες μαχητές διασκορπίστηκαν στα γύρω βουνά.

Στις 3 Ιουνίου, δύναμη του 3ου τάγματος αλεξιπτωτιστών υπό τον υπολοχαγό Χορστ Τρέμπες έφθασε στο χωριό για να προβεί σε αντίποινα για τον θάνατο 25 γερμανών στρατιωτών κατά τη διάρκεια των μαχών για την κατάληψη της Κανδάνου (23-25 Μαΐου). Οι γερμανοί αλεξιπτωτιστές εκτελούσαν διαταγές του αρχηγού τους, στρατηγού Κουρτ Στούντεντ και την προηγουμένη ημέρα είχαν ξεκινήσει τα αντίποινα στη Κρήτη, εκτελώντας αμάχους στο χωριό Κοντομαρί Χανίων.

Αμέσως, οι Γερμανοί άρχισαν να πυρπολούν τα σπίτια της Κανδάνου και μέσα σε λίγες μέρες την κατέσκαψαν κυριολεκτικά. Φόνευσαν όλους τους κατοίκους που είχαν απομείνει, περίπου 180, και απαγόρευσαν με ποινή θανάτου την επίσκεψη του χώρου, καθώς και την ανοικοδόμησή του. Η καταστροφή τής Κανδάνου και η δολοφονία αμάχων αποτελεί ένα από τα πολλά εγκλήματα που διέπραξαν στην Ελλάδα οι Γερμανοί. Για να δικαιολογήσουν την πράξη τους ανάρτησαν πινακίδες στα ελληνικά και τα γερμανικά στην κατεστραμμένη Κάνδανο που έγραφαν:

Εδώ υπήρχε η Κάνδανος. Κατεστράφη προς εξιλασμόν της δολοφονίας 25 Γερμανών στρατιωτών.

Ως αντίποινον των από οπλισμένων πολιτών, ανδρών και γυναικών, εκ των όπισθεν δολοφονηθέντων γερμανών στρατιωτών κατεστράφη η Κάνδανος.

Δια την κτηνώδη δολοφονίαν γερμανών αλεξιπτωτιστών, αλπινιστών και του Μηχανικού, από άνδρας γυναίκας, παιδιά και παπάδες μαζί και διότι τόλμησαν να αντισταθούν κατά του Μεγάλου Ράιχ, κατεστράφη την 3η-6-1941 η Κάνδανος εκ θεμελίων δια να μη επανοικοδομηθή πλέον ποτέ.

Μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, ο στρατηγός Κουρτ Στούντεντ συνελήφθη από τους Βρετανούς και τον Μάιο του 1947 δικάσθηκε από στρατοδικείο για τα εγκλήματα πολέμου της Βέρμαχτ στην Κρήτη και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε ετών. Το αίτημα των ελληνικών αρχών για την έκδοσή του στην Ελλάδα απορρίφθηκε από τους Συμμάχους. Ο Στούντεντ δεν έμεινε για πολύ στη φυλακή και αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας το 1948. Πέθανε σε ηλικία 88 ετών, το 1978.

 

Ναζίμ Χικμέτ: Τούρκος ποιητής. Η ζωή και το έργο του

 


Τούρκος ποιητής, από τις σημαντικότερες φωνές της τουρκικής λογοτεχνίας τον 20ο αιώνα. Πέρασε πολλά χρόνια στη φυλακή για τις κομμουνιστικές του ιδέες και πέθανε εξόριστος στη Μόσχα. Θεωρείται ένα από τα ινδάλματα της τουρκικής Αριστεράς.

Η ζωή του

Ο Ναζίμ Χικμέτ Ραν (Nazim Hikmet Ran), όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη στις 15 Ιανουαρίου 1902, στους κόλπους μιας ευυπόληπτης οθωμανικής οικογένειας της πόλης, με γερμανοπολωνικές ρίζες από τη μητρική πλευρά. Ο πατέρας του Χικμέτ Μπέης ήταν ανώτερος αξιωματούχος του Σουλτάνου και η μητέρα του Τζελίλ Χανίμ, εγγονή του γερμανικής καταγωγής οθωμανού στρατάρχη Μεχμέτ Αλή Πασά (Λούντβιχ Ντιτρόιτ, το γερμανικό του όνομα). Πέρασε πολλά από τα παιδικά του χρόνια κοντά στο παππού του στις διάφορες περιπλανήσεις του ως ανώτερος κρατικός αξιωματούχος στη Μικρά Ασία, λόγω της διάστασης των γονέων του.

Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη και το 1918 αποφοίτησε από την Οθωμανική Ναυτική Σχολή. Ακολούθησε καριέρα αξιωματικού στο πολεμικό ναυτικό και εντάχθηκε στο πλήρωμα του καταδρομικού Χαμηδιέ. Ένα χρόνο αργότερα αρρώστησε σοβαρά και το 1920, μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, απαλλάχθηκε από τα στρατιωτικά του καθήκοντα για λόγους υγείας.

Το 1921 μαζί με δύο φίλους του ζήτησε να πολεμήσει στο πλευρό του Κεμάλ Ατατούρκ, που πολεμούσε τις Ελληνικές Δυνάμεις στη Μικρά Ασία. Μάλιστα, έγραψε κι ένα ποίημα, που εξυμνούσε τα στρατιωτικά κατορθώματα του Τουρκικού στρατού και τον αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία. Ο Κεμάλ εκτίμησε πολύ τις πνευματικές του ικανότητές και αντί για το μέτωπο τον διόρισε διευθυντή ενός εξέχοντος σχολείου της Τουρκίας.

Ο Χικμέτ, που είχε αρχίσει να γίνεται γνωστός για τις κομμουνιστικές του ιδέες, ήλθε γρήγορα σε σύγκρουση με τους συντηρητικούς προϊσταμένους του. 

Τον Σεπτέμβριο του 1921 εγκατέλειψε την Τουρκία και με πρώτο σταθμό το Μπατούμι της Σοβιετικής Γεωργίας εγκαταστάθηκε τελικά στη Μόσχα, με σκοπό να μελετήσει από κοντά τα επιτεύγματα της Οκτωβριανής Επανάστασης. 

Από το 1922 έως το 1925 σπούδασε οικονομικές και πολιτικές επιστήμες στη Μόσχα, ενώ επηρεάστηκε καλλιτεχνικά από το κίνημα του ρωσικού φουτουρισμού, το οποίο εκπροσωπούσαν προσωπικότητες, όπως ο ποιητής Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι και ο σκηνοθέτης Βσέβολοντ Μέγερχολντ.

Το 1924, μετά την εγκαθίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας από τον Κεμάλ Ατατούρκ, επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε διάφορα έντυπα, ενώ ανέπτυξε κομμουνιστική δράση, για την οποίο συνελήφθη και παρέμεινε στη φυλακή για πολλά χρόνια. 

Το 1949 διαπρεπείς προσωπικότητες της τέχνης, όπως ο Ζαν Πολ Σαρτρ, ο Πάμπλο Πικάσο και ο Πολ Ρόμπεσον ζήτησαν την απελευθέρωσή του.

Το 1951 αποφυλακίστηκε μετά την αμνηστία που χορήγησε στους πολιτικούς κρατούμενους η νέα κυβέρνηση του Αντνάν Μεντερές (ιδεολογικού προγόνου του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογκάν). Τον ίδιο χρόνο, εγκατέλειψε την Τουρκία και εγκαταστάθηκε εκ νέου στη Μόσχα. 

Το 1956, λίγο μετά την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ στην Κύπρο, ζήτησε από τους Τουρκοκυπρίους να ζήσουν ειρηνικά με τους Ελληνοκυπρίους και να υποστηρίξουν τον αγώνα τους για την αποτίναξη της Βρετανικής Κατοχής στο νησί.

Ο Ναζίμ Χικμέτ Ραν πέθανε στη Μόσχα στις 3 Ιουνίου 1963 από καρδιακή προσβολή και τάφηκε στο ονομαστό κοιμητήριο της ρωσικής πρωτεύουσας Νοβοντονίτσκι. Το 2009 η κυβέρνηση Ερντογκάν τού απέδωσε μετά θάνατον και πάλι την τουρκική ιθαγένεια, η οποία του είχε αφαιρεθεί το 1959. Η επιθυμία του να ταφεί κάτω από ένα πλάτανο σ' ένα οποιοδήποτε νεκροταφείο της Μικράς Ασίας δεν έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα.

Το έργο του

Ο Χικμέτ υπήρξε έξοχος χειριστής της γλώσσας και σπουδαίος λυρικός ποιητής. Εισήγαγε τον ελεύθερο στίχο κι ένα ευρύ φάσμα νέων θεμάτων στην ποίηση, επηρεάζοντας σημαντικά την τουρκική λογοτεχνία της δεκαετίας του '30. Στην αρχή έγραφε πατριωτικά ποιήματα, αλλά στη συνέχεια, όταν γνώρισε στη Μόσχα τον ρωσικό φουτουρισμό, εγκατέλειψε τις παραδοσιακές ποιητικές φόρμες, χρησιμοποιώντας εξαιρετικά πληθωρικές ποιητικές εικόνες, σε εντυπωσιακούς και απρόσμενους συσχετισμούς. Αργότερα, πάντως, ο τόνος αυτός μετριάστηκε. Η κριτική τον έχει χαρακτηρίσει ως «ρομαντικό κομουνιστή» και «ρομαντικό επαναστάτη».

Εκτός από ποίηση, ο Χικμέτ έγραψε το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα «οι Ρομαντικοί» και ορισμένα θεατρικά έργα, το πιο γνωστό από τα οποία έχει τον τίτλο «Άραγε υπήρξε ο Ιβάν Ιβάνοβιτς;» Μετά τον θάνατό του όλα του έργα, που ήταν προηγουμένως απαγορευμένα από τη λογοκρισία, εκδόθηκαν και γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στην Τουρκία.

Στα ελληνικά, ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ μεταφράστηκαν από τον Γιάννη Ρίτσο και ορισμένα από αυτά μελοποίησαν ο Μάνος Λοΐζος και ο Θάνος Μικρούτσικος.

Το ποίημά του Kız Çocuğu (Το μικρό κορίτσι) είναι μια έκκληση για την ειρήνη από ένα επτάχρονο κοριτσάκι, δέκα χρόνια μετά το θάνατό του στη Χιροσίμα. Είναι ένα από τα πιο σημαντικά αντιπολεμικά τραγούδια και το έχουν ερμηνεύσει σπουδαίοι καλλιτέχνες και συγκροτήματα, όπως η Τζόαν Μπαέζ, οι The Byrds, ο Πολ Ρόμπσον, οι This Mortal Coil, και The Fall. 

Στον αγγλόφωνο κόσμο είναι γνωστό με τους τίτλους I Come and Stand At Every Door, I Come and Stand At Your Door και Hiroshima Girl. Την προσαρμογή των στίχων έκανε ο Μπομπ Σίγκερ, ενώ η μουσική βασίζεται σε λαϊκό σκοπό της Σκωτίας.

Το 2001 ο γνωστός Τούρκος πιανίστας και συνθέτης Φαζίλ Σαί, συνέθεσε το ορατόριο Ναζίμ, σε ποίηση Ναζίμ Χικμέτ.



Μαρτυρία Βρετανού χειρούργου από Γάζα: κατέβαιναν τα drones και εξόντωναν πολίτες και παιδιά

 

Μαρτυρία Βρετανού χειρούργου από Γάζα: Έπεφτε μία βόμβα και μετά κατέβαιναν τα drones και εξόντωναν ένα – ένα πολίτες και παιδιά


https://agonaskritis.gr/%ce%bc%ce%b1%cf%81%cf%84%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%b2%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%8d-%cf%87%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%bf%cf%8d%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%85-%ce%b1%cf%80%cf%8c-%ce%b3%ce%ac%ce%b6/

Τις τελευταίες ημέρες ήρθε ξανά στην επιφάνεια μια παλαιότερη μαρτυρία ενός Βρετανού χειρουργού. Η μαρτυρία δόθηκε στο κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου στις 13 Νοεμβρίου του 2024.

 

Ένας συνταξιούχος χειρουργός που πρόσφερε εθελοντικά τις υπηρεσίες του σε νοσοκομείο της Γάζας δήλωσε σε βουλευτές ότι ισραηλινά drones στόχευαν παιδιά που κείτονταν τραυματισμένα μετά από βομβαρδισμούς.

 

Ο καθηγητής Νιζάμ Μαμόντ (Nizam Mamode), από το Μπρόκενχερστ (Brockenhurst) του Χάμπσιρ (Hampshire), εργάστηκε στο νοσοκομείο Νάσερ (Nasser) για έναν μήνα, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο.

 

Καταθέτοντας στοιχεία στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Διεθνούς Ανάπτυξης, λύγισε καθώς περιέγραφε τις μαρτυρίες παιδιών που πυροβολήθηκαν από τετρακόπτερα (quadcopters).

 

Η βουλευτής των Εργατικών Σάρα Τσάμπιον (Sarah Champion), η οποία προεδρεύει της επιτροπής, δήλωσε ότι τα στοιχεία του ήταν «βαρυσήμαντα και βαθύτατα ανατριχιαστικά».

 

Ο 62χρονος χειρουργός είπε στους βουλευτές:

 

«Αυτό που βρήκα ιδιαίτερα ανησυχητικό ήταν ότι έπεφτε μια βόμβα, ίσως σε μια πολυσύχναστη περιοχή με σκηνές, και μετά κατέβαιναν τα drones».

 

Το πρόσωπό του έτρεμε από συγκίνηση καθώς σταμάτησε για αρκετά δευτερόλεπτα για να συγκρατηθεί.

 

Ο ίδιος συνέχισε:

 

«Έτσι, τα drones κατέβαιναν και εξόντωναν πολίτες, συμπεριλαμβανομένων παιδιών. Ακούγαμε τη μία περιγραφή μετά την άλλη γι’ αυτό. Αυτό δεν ήταν ένα περιστασιακό γεγονός· συνέβαινε μέρα με τη μέρα, κάθε μέρα. Χειρουργούσα επανειλημμένα παιδιά που μου έλεγαν:

 

«Ήμουν ξαπλωμένος στο έδαφος μετά την πτώση μιας βόμβας, και αυτό το τετρακόπτερο κατέβηκε, αιωρήθηκε πάνω από μένα και με πυροβόλησε».

 

Αυτό είναι ξεκάθαρα μια σκόπιμη και επίμονη πράξη — η συστηματική στοχοποίηση πολιτών μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει. Για να σας δώσω μια ιδέα για την κλίμακα, είχαμε ένα ή δύο περιστατικά μαζικών απωλειών κάθε μέρα.».

 

Ο καθηγητής Μαμόντ, πρώην κλινικός επικεφαλής μεταμοσχευτικής χειρουργικής στο Guy’s and St Thomas’ NHS Foundation Trust στο Λονδίνο, δήλωσε ότι πρόκειται για μια «πολύ σταθερή ιστορία».

 

Ο ίδιος πρόσθεσε:

 

«Τα βλήματα που εκτοξεύουν τα drones είναι αυτά τα μικρά κυβοειδή σκάγια και έβγαλα αρκετά από αυτά από την κοιλιακή χώρα μικρών παιδιών. Νομίζω ότι το νεότερο παιδί που χειρούργησα ήταν τριών ετών.

 

Αυτά τα σκάγια ήταν κατά κάποιο τρόπο πιο καταστροφικά από τις σφαίρες.

 

Με τα σκάγια των drones, αυτό που διαπίστωσα ήταν ότι εισχωρούσαν και εξοστρακίζονταν στο εσωτερικό, προκαλώντας έτσι πολλαπλά τραύματα.

 

Είχα ένα επτάχρονο αγόρι… Είχε τραύμα στο συκώτι, τον σπλήνα, το έντερο, τις αρτηρίες, δηλαδή αρκετά εκτεταμένη καταστροφή από ένα μόνο σημείο εισόδου.

 

Επέζησε από αυτό και πήρε εξιτήριο μια εβδομάδα αργότερα».

 

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Στέφανος Σαράφης αρχηγός του ΕΛΑΣ (Τρίκαλα, 23 Οκτωβρίου 1890 - Αθήνα, 31 Μαΐου 1957)


 Ήταν Έλληνας αντιμοναρχικός στρατιωτικός, υποστράτηγος, ηγέτης του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ) στην Εθνική Αντίσταση, και εξέχουσα πολιτική φυσιογνωμία, αρχικά του φιλελεύθερου-βενιζελικού χώρου, και αργότερα της Αριστεράς. 

Ο Στέφανος Σαράφης γεννήθηκε στα Τρίκαλα το 1890. Το 1908 εισήλθε αρχικά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του για να καταταχθεί εθελοντικά στον Ελληνικό Στρατό, επηρεασμένος από τους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες της εποχής, όπως ο Μακεδονικός Αγώνας, η αγροτική εξέγερση του Κιλελέρ, το Κίνημα των Νεοτούρκων, και το Κίνημα στο Γουδί που ακολούθησε. Έτσι, εγκαταλείποντας τις σπουδές του επέστρεψε στην πατρίδα του και κατατάχθηκε εθελοντής στο 5ο Σύνταγμα Πεζικού (Τρικάλων), λαμβάνοντας το βαθμό του λοχία. Λοχαγός του τότε ήταν ο Αλέξανδρος Οθωναίος, με τον οποίο συνδέθηκε έκτοτε με στενή φιλία. Με το βαθμό του λοχία συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους, και διακρίθηκε σε μάχες όπως στη Μάχη του Σαραντάπορου. Έπειτα φοίτησε στη Σχολή Υπαξιωματικών απ΄ όπου αποφοίτησε ως ανθυπασπιστής και λίγο αργότερα προήχθη σε ανθυπολοχαγό. 

Το 1916 υποστηρίζοντας το βενιζελικό κίνημα που εκδηλώθηκε στη Θεσσαλονίκη, και στην προσπάθειά του να μεταβεί κρυφά εκεί, συνελήφθη και διατάχθηκε η φυλάκισή του στις στρατιωτικές φυλακές της Αθήνας (Παραπήγματα), απ΄ όπου κατάφερε όμως να δραπετεύσει, να φθάσει στον προορισμό του και να τεθεί τελικώς στην υπηρεσία του κινήματος, υπολοχαγός πλέον. 

Το 1917, στη Θεσσαλονίκη, ονομάστηκε κατ΄ επιλογή λοχαγός, και στη συνέχεια, το 1918, τοποθετήθηκε στο Υπουργείο Στρατιωτικών. 

Το 1919, ως ταγματάρχης πλέον, πήρε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία στο επιτελείο της Μεραρχίας Κυδωνιών (Αϊβαλί), με μέραρχο τον Αλέξανδρο Οθωναίο. 

Μετά την εκλογική ήττα όμως του Βενιζέλου (Νοέμβριος 1920) απομακρύνθηκε από το μικρασιατικό μέτωπο και εκτοπίσθηκε ως Βενιζελικός και φίλος του στρατηγού Οθωναίου, αρχικώς στην Καλαμάτα, και στη συνέχεια στο Γύθειο. Επανήλθε στο στράτευμα μετά το Κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1922 υπό τους Νικόλαο Πλαστήρα και Στυλιανό Γονατά, προαχθείς το 1923 στο βαθμό του αντισυνταγματάρχη, συμβάλλοντας την ίδια χρονιά στην καταστολή του Κινήματος Λεοναρδόπουλου - Γαργαλίδη. 

Αμέσως μετά, το 1924, στάλθηκε στη Γαλλία για μετεκπαίδευση, απ΄ όπου επέστρεψε και θήτευσε ως υποδιοικητής της Σχολής Ευελπίδων. 

Το 1925-26 φοίτησε στη Σχολή Πολέμου. Το 1930 προήχθη σε συνταγματάρχη και τοποθετήθηκε στρατιωτικός ακόλουθος στην ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι. Τρία χρόνια μετά, το 1933, η τότε ελληνική κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος τον ανακάλεσε με την κατηγορία ότι συναναστρεφόταν και είχε επαφές με τον Βενιζέλο, τον Πλαστήρα και άλλους παράγοντες του βενιζελικού χώρου. Το 1935 έπαιξε ιδιαίτερα πρωταγωνιστικό ρόλο στο βενιζελικό στρατιωτικό Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, αποτελώντας μέλος της τριμελούς διευθυντικής επιτροπής του, μαζί με τους Αλέξανδρο Ζάννα, πρώην υπουργό της Αεροπορίας, και τον πλοίαρχο Ανδρέα Κολιαλέξη. Συγκεκριμένα, μαζί με τους αντισυνταγματάρχες Χριστόδουλο Τσιγάντε και Ι. Στεφανάκο, και τους λοχαγούς Οδυσσέα Παπαμαντέλο και Οικονόμου κ.ά., κατέλαβε το Πρότυπο Σύνταγμα Ευζώνων στο στρατόπεδο Μακρυγιάννη. Μετά την αποτυχία του κινήματος συνελήφθη και καταδικάστηκε στις 30 Μαρτίου από το Στρατοδικείο Αθηνών που συνήλθε στη Σχολή Χωροφυλακής, υπό την προεδρία του στρατηγού Δημητρίου Μπακόπουλου (φρουράρχου Αθηνών) σε ισόβια δεσμά και στρατιωτική καθαίρεση, μαζί με τους αντισυνταγματάρχες Χριστόδουλο Τσιγάντε και Ι. Στεφανάκο. Η καθαίρεσή τους έγινε στο Γουδή, παρουσία πολιτών που τους λοιδορούσαν και δυσφορούσαν για τη μη θανατική τους καταδίκη. Τελικώς αμνηστεύτηκε μετά την παλινόρθωση της Βασιλείας στην Ελλάδα με τη γενική αμνηστία που έδωσε ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄ το Δεκέμβριο του ίδιου έτους (1935), οπότε και επανήλθε στο στράτευμα με το βαθμό που κατείχε πριν την καθαίρεση (συνταγματάρχης). Στη συνέχεια υπό το καθεστώς της μεταξικής δικτατορίας που ακολούθησε, φερόμενος από τον τότε υφυπουργό Ασφαλείας Κωνσταντίνο Μανιαδάκη ως μυηθείς σε κινήσεις που οδήγησαν στο Κίνημα του 1938, συνελήφθη και εκτοπίστηκε στη Μήλο. Λίγο αργότερα με την έκρηξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου η κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά απέρριψε αίτησή του να συμμετάσχει στον πόλεμο. Αμέσως μετά την κατάρρευση της Ελλάδας, ο Σαράφης κινητοποιήθηκε αμέσως ούτως ώστε να συγκροτηθεί άμεσα αντιστασιακό-αντιφασιστικό κίνημα. Ωστόσο, η συνεννόηση του με παλιά στελέχη του φιλελεύθερου χώρου δεν έφερε αποτελέσματα. Τελικώς, το 1942 συγκροτεί μαζί με άλλους στρατιωτικούς την αντιστασιακή «Οργάνωση 3Α» (Αγών-Ανόρθωση-Ανεξαρτησία). Ο Σαράφης βρέθηκε κατά τις αρχές του Φεβρουαρίου 1943 σε συνεννόηση με τον Εθνικό Δημοκρατικό Ελληνικό Σύνδεσμο (ΕΔΕΣ) στον Μεσόπυργο Άρτας και την Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση (ΕΚΚΑ), ζητώντας την ένωση όλων των αντιστασιακών δυνάμεων, αλλά ύστερα από αφοπλισμό της οργάνωσής του, την 1η Μαρτίου 1943 και σύντομη αιχμαλωσία από τον ΕΛΑΣ, ο Σαράφης δέχτηκε να προσχωρήσει σε αυτόν και ν΄ αναλάβει ηγετικά καθήκοντα. Στον ΕΛΑΣ ο Σαράφης επανέλαβε τη θέση του για ένωση των δυνάμεων της Αντίστασης. Ύστερα από τη συγκρότηση Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, ο Στέφανος Σαράφης ανέλαβε Στρατιωτικός Αρχηγός, ο Άρης Βελουχιώτης Γενικός Καπετάνιος και ο Ανδρέας Τζήμας (Σαμαρινιώτης) Πολιτικός Εκπρόσωπος του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ). Με τη θέση του αυτή απευθύνθηκε στον ελληνικό λαό και τους Έλληνες αξιωματικούς και κάλεσε σε αντιστασιακή συστράτευση και συνεργασία με το ΕΑΜ. Το κάλεσμά του σημείωσε σημαντική επιτυχία, εξαιτίας και της προσωπικής του εμβέλειας. Υπό την ηγεσία του ο ΕΛΑΣ κατέστη μαζικός, ισχυρός και αποτελεσματικός αντάρτικος στρατός Αυτήν την περίοδο ο Σαράφης προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ), εγκαταλείποντας το φιλελεύθερο χώρο όπου ανήκε προηγουμένως. Το Μάιο του 1944, ως μέλος της αντιπροσωπίας του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, συμμετείχε στο Συνέδριο του Λιβάνου και το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους στη Συμφωνία της Καζέρτας. Προ της ένταξής του στον ΕΛΑΣ, τον Ιανουάριο του 1943 ο Σαράφης συναντήθηκε με τον απότακτο ταγματάρχη Γεώργιο Κωστόπουλο στην περιοχή της Μονής Δουσίκου της κοινότητος Αγίου Βησσαρίωνος κοντά στα Τρίκαλα, όπου ήταν η έδρα της ομάδος του. Ο Γεώργιος Κωστόπουλος αρχικώς είχε ενταχθεί στον ΕΛΑΣ, διαφώνησε όμως με τους εκπροσώπους του και διέλυσε το τμήμα του, δημιουργώντας τον Οκτώβριο του 1942 την αντάρτικη οργάνωση ΕΣΑΠ (Ελληνικός Στρατός Απελευθερωτικής Προσπάθειας). Σκοπός της συναντήσεως αυτής ήταν ν΄ αναλάβει ο Σαράφης τη διοίκηση της ανταρτικής δυνάμεως του Κωστόπουλου, και με πυρήνα την ομάδα αυτή να οργανώσει την αντίσταση στη Θεσσαλία. Ένα μήνα αργότερα συναντήθηκε στο Αυλάκι Βάλτου με τους Κομνηνό Πυρομάγλου, Έντυ Μάγιερς κ.ά, στους οποίους κατά τις συζητήσεις τους τούς φάνηκε αντικομμουνιστής. Παρόλο που οι Βρετανοί δεν θέλησαν τη δημιουργία νέων αντάρτικων ομάδων, ο Σαράφης τούς ανέπτυξε σχέδιο για ένωση των ανταρτοομάδων σε γεωγραφικές σφαίρες επιρροής. Πιο συγκεκριμένα, η περιοχή της Ηπείρου θα παρέμενε στον Ναπολέοντα Ζέρβα, ο Σαράφης θα αναλάμβανε τη Θεσσαλία, και ο Δημήτριος Ψαρρός τη Ρούμελη, ενώ σε περίπτωση άρνησης της κομμουνιστικής ηγεσίας του ΕΛΑΣ, θα έπρεπε αυτή ν΄ απομονωθεί και ν΄ αφομοιωθεί η δημοκρατική πλειονότητα των ανταρτών στις επιμέρους ανταρτοομάδες. Από τους συντηρητικούς αντάρτες όμως μόνον ο Ζέρβας είχε τις απαιτούμενες συστάσεις, αφού οι Σαράφης και Ψαρρός δεν είχαν ακόμη δημιουργήσει αντάρτικες οργανώσεις ή δεν είχαν επαρκή δύναμη σε αντάρτες για ένα τέτοιο εγχείρημα. Ο Σαράφης αργότερα επέστρεψε στη Θεσσαλία όπου και πληροφορήθηκε τον αφοπλισμό δύο υποομάδων του Κωστόπουλου από τον καπετάνιο Κόζιακα του ΕΛΑΣ, και δυο ημέρες αργότερα ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ Νικηταράς συλλαμβάνει τον ταγματάρχη Αντωνόπουλο που προσπαθούσε να δημιουργήσει ανταρτοομάδα στα πλαίσια του ΕΣΑΠ. Για το ΕΑΜ όμως εχθρός είναι ο Σαράφης, που λόγω της φήμης του στο κίνημα του 1935 μπορούσε να εξελιχθεί σε επικίνδυνο αντίπαλο, έτσι χαρακτηρίζεται προδότης για την άδεια κυκλοφορίας παράτασης που είχε λάβει από τις ιταλικές αρχές κατοχής. Ο Σαράφης ακολουθεί τον εξοργισμένο για τον αφοπλισμό των υποομάδων του Κωστόπουλο στο χωριό Βουνέσι Καρδίτσας (Μορφοβούνι), σκεπτόμενος ότι πρόκειται για παγίδα, όπου συναντώνται με τον καπετάνιο Νικηταρά την 1η Μαρτίου 1943, και λόγω της προχωρημένης ώρας οι συνομιλίες διακόπτονται για την επόμενη μέρα. Τελικώς οι αντάρτες του ΕΛΑΣ τούς αιφνιδιάζουν, εισέρχονται στα καταλύματα και τους πιάνουν κυριολεκτικώς στον ύπνο, συλλαμβάνοντάς τους. Εκτελείται ο αρχισμηνίας Νικόλαος Κωστορίζος μαζί άλλους τρεις ως λιποτάκτες, αφού προηγουμένως είχαν αυτομολήσει από τον ΕΛΑΣ προς τον ΕΣΑΠ, ενώ οι υπόλοιποι αξιωματικοί μεταφέρθηκαν στην Κολοκυθιά Φθιώτιδας, όπου βρισκόταν το αρχηγείο του ΕΛΑΣ. Εκεί τους ζητήθηκε με την απειλή του θανάτου (συνταγματάρχης Στέφανος Σαράφης, ταγματάρχης Γεώργιος Κωστόπουλος, λοχαγός Θωμάς Καραμπέκος, ανθυπασπιστής Νικόλαος Χονδρός) να ενταχθούν στον ΕΛΑΣ. Ο ταξίαρχος Έντυ Μάγιερς μόλις πληροφορήθηκε τον αφοπλισμό μετέβη την 7η Μαρτίου στο αρχηγείο του ΕΛΑΣ για να ζητήσει την απελευθέρωση των αξιωματικών και λοιπών ανταρτών, όπως και έγινε. Ο Σαράφης, αφού είχε ζητήσει μικρό περιθώριο χρόνου για να σκεφτεί αν θα ήθελε να ενταχθεί στον ΕΛΑΣ, ανέφερε στον Έντυ Μάγιερς ότι δέχεται την πρόσκληση. Ο Κομνηνός Πυρομάγλου, υπαρχηγός του ΕΔΕΣ, μνημονεύει για την προσωπικότητα του Σαράφη και το γεγονός του αφοπλισμού του, ότι η απόφασή του ένταξης στον ΕΛΑΣ δεν ελήφθη υπό την απειλή του όπλου όπως ισχυρίζονται όσοι τον επικρίνουν, αφού η ψυχική αντοχή του αποδεικνύει τη γενναιότητα του αντρός αυτού που είχε ήδη πάρει μέρος στο κίνημα του 1935. Ο Γεώργιος Καρτάλης, πολιτικός αρχηγός της ΕΚΚΑ, σε μία αποστροφή του λόγου του κατά το συνέδριου του Λιβάνου, αναφερόμενος στον Σαράφη, του είπε: «Ανηγορεύθης αρχιστράτηγος του ΕΛΑΣ δι΄ εμπτυσμού», υπονοώντας τις ταπεινωτικές συνθήκες προσχώρησής του. Μετά την Απελευθέρωση ο Στέφανος Σαράφης προήχθη σε υποστράτηγο. Πριν το ξέσπασμα των Δεκεμβριανών, μαζί με τον Άρη Βελουχιώτη και τον επιτελάρχη του ΕΛΑΣ Θεόδωρο Μακρίδη, ως ηγέτες του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, βρίσκονταν στη Λαμία και ήταν όλοι υπέρμαχοι της σύγκρουσης με τους Άγγλους. Κατά τα Δεκεμβριανά, δεν θα τους επιτραπεί να λάβουν μέρος στις συγκρούσεις της Αθήνας, και στα τέλη του Δεκεμβρίου η ηγεσία του ΕΑΜ-ΚΚΕ θα τους στείλει στην Ήπειρο να διαλύσουν τις εκεί δυνάμεις του ΕΔΕΣ, πράγμα που θα καταφέρουν σε ελάχιστες μέρες. Προηγούμενα (15 Δεκεμβρίου 1944) και σύμφωνα με τα επίσημα αρχεία του Γ.Ε.Σ. (1998) ο Σαράφης υπέγραψε μία ανακοίνωση που εξέδωσε το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ και η οποία απευθυνόταν "προς τους Δημοκρατικούς αξιωματικούς και αντάρτες του ΕΔΕΣ", με την οποία οι τελευταίοι καλούνταν να προσχωρήσουν στις τάξεις του ΕΛΑΣ. Το έγγραφο, πλην του Σαράφη, υπέγραψαν 15 ακόμη ανώτεροι δημοκρατικοί αξιωματικοί του ΕΛΑΣ. Μετά την ήττα των Δεκεμβριανών, ο Σαράφης θα μετέχει στην αντιπροσωπία του ΕΑΜ-ΚΚΕ ως στρατιωτικός σύμβουλος στη Συμφωνία της Βάρκιζας. Εντούτοις, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και το ξέσπασμα της Λευκής Τρομοκρατίας, ο Σαράφης και άλλοι στρατιωτικοί που είχαν προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν διαδοχικά στη Σέριφο, τη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη. Την εξορία του διέκοψε η εκλογή του στη Βουλή το 1951 με το ψηφοδέλτιο της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ). Η εκλογή του τελικά ακυρώθηκε, αλλά επιτεύχθηκε η απελευθέρωσή του. Στα τέλη αυτού του έτους εκλέχθηκε και αναπληρωματικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (ευρισκόμενο επισήμως σε παρανομία τότε το ΚΚΕ), ενώ το 1952 εκλέχθηκε στη Διοικούσα Επιτροπή της ΕΔΑ. Το 1956 εξελέγη πάλι στη Βουλή με την ΕΔΑ. Έχασε τη ζωή του το 1957, στον Άλιμο, όταν αυτοκίνητο της αμερικανικής στρατιωτικής αποστολής που οδηγούσε ο αεροπόρος Μάριο Μουζάλι, τον χτύπησε θανάσιμα και τραυμάτισε τη σύζυγό του, Μάριον Σαράφη-Πάσκοου. Το τροχαίο αυτό δυστύχημα θεωρήθηκε από την Αριστερά (ΕΔΑ) ως στοχευμένη δολοφονία. Στο σημείο όπου σκοτώθηκε, σήμερα έχει στηθεί έφιππος ανδριάντας προς τιμή του. Μετά θάνατον, ο Σύνδεσμος Φίλων των Ελλήνων Εβραίων τίμησε τους ηγέτες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, ανάμεσά τους και τον υποστράτηγο Στέφανο Σαράφη, για το ρόλο τους στη σωτηρία των Εβραίων της Ελλάδας από τους ναζί Γερμανούς και το Ολοκαύτωμα.



Τα ονόματα των 163 οικονομικών μεγαλοδωσίλογων της Κατοχής


Παρουσιάζουμε εδώ τους 163 οικονομικούς μεγαλοδοσιλόγους, οι οποίοι κερδοσκόπησαν και πλούτισαν επί Κατοχής. Δεν είναι απαραιτήτως όλοι αυτοί μαυραγορίτες. Είναι όμως όλοι τους εκείνοι που δεν δίστασαν να συναλλαγούν με τις Αρχές Κατοχής, αναλαμβάνοντας προμήθειες ή κατασκευές για λογαριασμό τους.

Παρά το γεγονός ότι δεν έχει αφαιρεθεί ούτε ένα όνομα, ο κατάλογος αυτός δεν είναι πλήρης. Τον δημοσιεύουμε λοιπόν μάλλον ενδεικτικά, ώστε να ανιχνεύσουμε κάποια γνωστά ονόματα που απέκτησαν την τεράστια περιουσία τους, ελισσόμενοι επί Κατοχής και εκμεταλλευόμενοι τις περιστάσεις. Την ώρα που άλλοι συνάδελφοί τους πεινούσαν και δυστυχούσαν, που κυριολεκτικά δεν είχαν να θρέψουν την οικογένειά τους, που δεν μπορούσαν να διατηρήσουν τις επιχειρήσεις τους ή για λόγους αρχής δεν δέχονταν να ασκήσουν το επάγγελμά τους υπό τις συνθήκες αυτές, οι άνθρωποι αυτοί έσπευσαν με περισσή προθυμία να υπηρετήσουν τον κατακτητή ως νεροκουβαλητές.

Εμπορεύθηκαν τη δυστυχία του λαού μας εκείνη την κρίσιμη ώρα. Κατά βάθος δεν είναι οι «έξυπνοι» που κατόρθωσαν να επιπλεύσουν. Είναι οι άτιμοι και οι ανέντιμοι που σε ώρα εσχάτης δυστυχίας δεν αδιαφόρησαν μόνο για τον διπλανό τους που έψαχνε στα σκουπίδια για μια μπουκιά, αλλά του αφαίρεσαν από το λιπόσαρκο σαρκίο του τις ελάχιστες ρανίδες αίματος που του είχαν απομείνει.

Δεν είναι σχήμα εντυπωσιασμού. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι στη χρονική εκείνη φάση καταστροφής και διάλυσης, ο κατακτητής ανέθετε σε κάποιους εκλεκτούς του τις προμήθειες ειδών που χρειαζόταν και τις κατασκευές οχυρωματικών και άλλων έργων που θεωρούσε απαραίτητες.

Όταν μιλάμε για προμήθειες ειδών, εννοούμε όλο το φάσμα παραγωγής, διότι ο κατακτητής (επικαλούμενος μάλιστα και το διεθνές δίκαιο) έπρεπε να τραφεί και να ξενισθεί στον κατακτημένο τόπο.

Η επιμελητεία των Αρχών Κατοχής θεωρούσε τα τιμολόγια των προμηθευτών (κατά κανόνα υπερτιμολογημένα) και τα υπέγραφε, ώστε να τα προσκομίζει προς εξόφληση στην Τράπεζα της Ελλάδος. Έτσι συνέβαινε ο πληθωρισμός να διογκώνεται και το χρήμα να χάνει ακόμη περισσότερο την αξία του.

Κάνουμε μια απλοϊκή περιγραφή της διαδικασίας, η οποία όμως δεν ήταν πάντα έτσι ιδανική.

Είναι γνωστή η περίπτωση μεγαλοβιομηχάνου επίπλων, ο οποίος… επέτυχε να διαφθείρει τους συνήθως άτεγκτους σε τέτοια θέματα Γερμανούς αξιωματικούς της επιμελητείας και μοιραζόμενος μαζί τους τα δυσθεόρατα κέρδη που τόσο ακόπως αποκόμιζε, προμήθευε με έπιπλα για την καθημερινή τους διαβίωση τους Γερμανούς. π.χ. ερχόταν με μετάθεση στην Ελλάδα ένας αξιωματικός και, με μέριμνα της επιμελητείας, επιτασσόταν το δωμάτιο ενός καλού αστικού σπιτιού και του το παραχωρούσαν για να κατοικεί.

Οι «μιλημένοι» της επιμελητείας πήγαιναν πριν για να το επιθεωρήσουν και διαπίστωναν ότι χρειαζόταν καινούργιο κρεβάτι, καινούργιο σαλόνι, καινούργιο γραφείο κ.ο.κ. Στη συνέχεια απευθύνονταν στον Έλληνα επιπλοβιομήχανο και έκαναν την παραγγελία τους για άμεση εκτέλεση. Ακολουθούσε η προσκόμιση του τιμολογίου, το οποίο το προωθούσαν στην Τράπεζα της Ελλάδος για είσπραξη και χωρίς καθυστέρηση εκείνη εξοφλούσε τον λογαριασμό του προμηθευτή.

Αλλά τα έπιπλα της κατάστασης δεν παραδίδονταν παρά μόνο στα χαρτιά, αφού άλλωστε τα έπιπλα της ελληνικής οικογενείας που είχε διαταχθεί να παραχωρήσει το επιταγμένο δωμάτιο ήταν σε καλή κατάσταση. Αυτό γινόταν συστηματικά και έτσι συνέρρεε στα ταμεία του Έλληνα προμηθευτή πλούτος και πάλι πλούτος. Αλλά πλούτος αθέμιτος, ούτως ή άλλως. Οι Γερμανοί «συνεταίροι» έπαιρναν τη μίζα τους και όλα κυλούσαν ομαλά, με μόνιμο χαμένο την Τράπεζα της Ελλάδος που όλο και πλήρωνε. Μέχρι που κάποια στιγμή η ειδική υπηρεσία «εσωτερικών υποθέσεων» της γερμανικής επιμελητείας εντόπισε την απάτη.

Τόσο οι Γερμανοί όσο και ο Έλληνας «συνεταίρος» τους συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν στο στρατοδικείο. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι ποινές ήταν εξοντωτικές, συνήθως θανατικές, ιδιαίτερα για τους Γερμανούς που ήταν αναμεμιγμένοι. Ειδικά μάλιστα τότε, την εποχή του πολέμου, η Χιτλερική Γερμανία είχε εκδώσει έναν ιδιώνυμο νόμο «περί προσβολής της εθνικής τιμής» στο εξωτερικό, δηλ. στις κατεχόμενες χώρες. Όποιος Γερμανός αξιωματικός ή οπλίτης λοιπόν υπέπιπτε σε αδικήματα που διέσυραν τη χώρα του (π.χ. βιασμοί, κλοπές, διαφθορά, απρόκλητες προσωπικές επιθέσεις κλπ.) υφίστατο αυστηρότατες κυρώσεις.

Θα αναρωτηθείτε τη συνέχεια.

Ο Έλληνας επιπλοβιομήχανος (πρόκειται περί του Ελ. Σαρίδη) επέζησε. Ύστερα από κάποιων μηνών αγωνία για τη ζωή του, κατάδικος ων πλέον, επέτυχε να μετατραπεί η ποινή του. Για να το κατορθώσει αυτό, πλήρωσε ένα μυθώδες ποσόν σ’ έναν άλλον Έλληνα. Σ’ έναν γερμανομαθή νεαρό τότε Έλληνα δικηγόρο, ο οποίος ως «εξ απορρήτων» του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού είχε καλλιεργήσει ισχυρές φιλίες με τους εδώ Γερμανούς διπλωμάτες και στρατηγούς. Έχοντας τις κατάλληλες συστάσεις στην τσέπη του, ταξίδεψε στο Βερολίνο και κατόρθωσε να γλυτώσει τον πελάτη του. Όχι όμως και τους Γερμανούς «συνεταίρους» του τελευταίου. Ο Έλληνας προμηθευτής θα είχε μεταπολεμικά να διηγείται τις διώξεις που υπέστη από τους Γερμανούς, χωρίς βέβαια να αναφέρει στους αγνοούντες από τους συνομιλητές του περί τίνος επρόκειτο, ενώ ο νεαρός εκείνος δικηγόρος (ο Ιωάννης Γεωργάκης, αργότερα εξ απορρήτων του μεγαλοεφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση) επέπρωτο αργότερα να γίνει μέλος της Ακαδημίας Αθηνών…

Αν κάπως έτσι αντλούσαν τα αμύθητα κέρδη τους οι προμηθευτές των Αρχών Κατοχής, φαντασθείτε τι γινόταν με τους εργολάβους και τους κατασκευαστές τεχνικών έργων. Ας αναλογισθούμε την πρώτη ημέρα της Κατοχής πόσοι δρόμοι, πόσα γεφύρια, πόσα λιμάνια και πόσες εγκαταστάσεις είχαν καταστραφεί. Αλλά και στη συνέχεια πόσες ανάγκες προέκυπταν για τις Κατοχικές Αρχές να ανεγείρουν φυλάκια, διάφορες εγκαταστάσεις, στρατόπεδα, οικήματα, φυλακές, κτίρια, αποθήκες, να ιδρύουν ή να επεκτείνουν αεροδρόμια και λιμάνια, να κατασκευάζουν οχυρωματικά έργα κ.ο.κ.

Έτσι άρχισε η «χρυσή εποχή» των διαπλεκόμενων κατασκευαστών.

Γνωστοί εργολήπτες και πολιτικοί μηχανικοί έσπευσαν να διασυνδεθούν καταλλήλως με αρμόδιους Γερμανούς και Ιταλούς αξιωματικούς για να παίρνουν τις αναθέσεις. Φυσικά δεν συνεργάστηκαν όλοι, πολλοί δεν θέλησαν ούτε καν να εργασθούν σε τέτοια έργα και προτίμησαν να πεινάσουν σε όλη την κατοχική περίοδο, αρνούμενοι να συμπράξουν στα στρατιωτικά έργα του εχθρού.

Όμως πολλά γνωστά ονόματα συνεργάστηκαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένας Έλληνας πολιτικός μηχανικός έφτασε στο σημείο να εφεύρει ένα υποκατάστατο των φορτηγίδων που οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν για τη μεταφορά υλικών στα νησιά. Τα καΐκια και τα άλλα πλοιάρια είχαν λόγω των πολεμικών γεγονότων περιορισθεί αριθμητικά και δεν επαρκούσαν στον κατακτητή για την εξυπηρέτησή τους. Ο ευφάνταστος πολιτικός μηχανικός έδωσε τη λύση, κατασκευάζοντας φορτηγίδες από… μπετόν αρμέ. Στην αρχή ναυαγούσαν συχνά, αλλά εκείνος ο δαιμόνιος συμπατριώτης μας συνεχώς βελτίωνε το κατασκεύασμά του. Και οι Γερμανοί ενθουσιάστηκαν τόσο πολύ που είχαν εξασφαλίσει μια τέτοια καινοτόμο λύση για τις μεταφορές τους, ώστε έστειλαν αντίγραφα της εφεύρεσης στο Βερολίνο και από εκεί σε άλλες παραθαλάσσιες κατεχόμενες χώρες. Εννοείται ότι ο ίδιος θησαύρισε εξωφρενικά, αφού άλλωστε και εδώ το Ελληνικό Δημόσιο πλήρωνε.

Οι πολιτικοί μηχανικοί που είχαν αναλάβει την εκτέλεση τεχνικών και οχυρωματικών έργων από τις αρχές της Κατοχής μέχρι την άνοιξη του 1944 κέρδισαν κυριολεκτικά αμύθητα ποσά. Αν πάτε στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας και ρίξετε μια ματιά, αναζητώντας ποιο είναι το μεγαλύτερο και πολυτελέστερο μαυσωλείο, θα διαπιστώσετε ότι ανήκει σ’ έναν τέτοιον οικονομικό δοσίλογο, που θέλησε να διαιωνίσει την κατοχική αίγλη του ίδιου και της οικογένειάς του, εξασφαλίζοντας μάλιστα στα σκοτεινά εκείνα χρόνια την (παράνομη) άδεια του Δήμου Αθηναίων.

Σχεδόν όλοι οι κατασκευαστές, ύστερα από την άνοιξη του 1944, αν όχι νωρίτερα, χωρίς να πάψουν να παίρνουν αναθέσεις και να συνεχίζουν την είσπραξη των αμύθητων κερδών τους, περνούν σε ένα άλλο στάδιο: σκέπτονται και το αύριο. Αρχίζουν να ενισχύουν οικονομικά διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις, να χρηματοδοτούν αντιστασιακά έντυπα, στέλνουν κάποιο από τα παιδιά τους στα βουνά ή ακόμα και στο εξωτερικό για να «συμμετάσχουν στον κατά του εχθρού πόλεμο», ή επιτυγχάνουν να διασυνδεθούν με πράκτορες των συμμαχικών υπηρεσιών, στους οποίους παραδίδουν τα τοπογραφικά των έργων που εκτελούν και σωρεία άλλων χρήσιμων πληροφοριών που υποπίπτουν στην αντίληψή τους περί οχυρώσεων, νηοπομπών, ελλιμενισμών κλπ.

Πολλές φορές τα χρήσιμα στοιχεία που διοχετεύονται στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής καταλήγουν στον βομβαρδισμό των υπό εκτέλεση έργων. Αυτό δεν είναι άσχημο, διότι έτσι παίρνουν νέα ανάθεση να ξαναρχίσουν από την αρχή, οπότε αυξάνεται ο τζίρος.

Με όλη αυτή τη διαδικασία, πολλοί από τους κατασκευαστές, που παραπέμφθηκαν μεταπολεμικά να δικαστούν για δοσιλογισμό στην Ελληνική Δικαιοσύνη, έφεραν ως μάρτυρες υπεράσπισης Βρετανούς αξιωματικούς ή αξιόπιστους αντιστασιακούς, οι οποίοι φυσικά κατέθεσαν ότι οι κατηγορούμενοι συνέβαλαν στη …συμμαχική νίκη.

Ευνόητο είναι ότι σχεδόν όλοι αθωώθηκαν και οι θησαυροί θησαυροί. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση ήταν των μετόχων μιας τεχνικής εταιρίας, γνωστών ονομάτων της αθηναϊκής κοινωνίας (ο αδελφός του ενός υπήρξε μάλιστα επί πολλά χρόνια βουλευτής και υπουργός), οι οποίοι όχι μόνο δεν καταδικάστηκαν, αλλά και… παρασημοφορήθηκαν! Φυσικά στα μεταπολεμικά χρόνια διατήρησαν όλη τους την αίγλη και συνέχισαν οι ίδιοι, και σήμερα οι κληρονόμοι τους, να παίρνουν μεγάλα δημόσια έργα με προϋπολογισμούς που καλύπτονταν από τις αμερικανικές βοήθειες.

Κάπως έτσι έχει γραφεί η ιστορία των οικονομικών δωσίλογων. Και αν τελικά δεν τα κατάφεραν να γλυτώσουν τις καταδίκες και τις τιμωρίες, επανήλθαν λάβροι και στελέχωσαν τη νεότερη μεγαλοαστική τάξη.

Μέσα στα ονόματα του καταλόγου που δημοσιεύεται, θα παρατηρήσει κανείς ανθρώπους που μεταπολεμικά συνέχισαν την πληθωρική παρουσία τους στην Ελληνική οικονομία, ορισμένοι μάλιστα έγιναν οι στυλοβάτες της μεταπολεμικής Ελληνικής οικονομίας. Έως και σήμερα διατήρησαν τον πλούτο αυτόν, τον επαύξησαν και κάποιοι μάλιστα έγιναν τιμητές και με το χρήμα τους απέκτησαν φωτοστέφανο. Κάποιων άλλων τα παιδιά και τα εγγόνια συνεχίζουν να δρέπουν δάφνες στην οικονομική ζωή του τόπου ως μεγαλομεγιστάνες, στηριζόμενοι στον πλούτο που με τέτοιο τρόπο συνελέγη.

Θα εκπλαγεί κανείς διαπιστώνοντας ότι μέσα στον κατάλογο αυτόν δεν λείπουν εβραϊκά ονόματα. Το θέμα όμως δεν μας είναι άγνωστο. Πράγματι Έλληνες Εβραίοι υπήρξαν αρκετοί που συνεργάστηκαν οικονομικά με τον κατακτητή, αλλά και πολιτικά!

Μεταπολεμικά η Ελληνική Πολιτεία, αν και τιμώρησε τους οικονομικούς δοσιλόγους, δεν εξάντλησε την αυστηρότητά της ώστε να τους απομονώσει. Ούτε και η κοινωνία τους απολάκτισε. Αντίθετα, οι αρχές τους αντιμετώπισαν συχνά ευνοϊκά, σεβόμενες προφανώς την ογκώδη οικονομική επιφάνεια που είχαν στο σκότος και σε βάρος του λιμώττοντος λαού αποκτήσει.

Και όταν κάποτε ο οικονομικός δοσιλογισμός ξεχάστηκε, τα ίδια πρόσωπα, δηλ. πολλά απ’ αυτά, επανέκαμψαν με ζήλο στην επιχειρηματική δράση. Απαίτησαν προνόμια και τα έλαβαν.

Με τα ισχυρά τους κεφάλαια, που είχαν αποκτηθεί με κατοχικό «ιδρώτα» και υπό καθεστώς άκρατου αμοραλισμού, επένδυσαν σε μονοπωλιακά ή ολιγοπωλιακά είδη και τα πολλαπλασίασαν. Έγιναν οι Ηρακλείς της Ελληνικής οικονομίας. Και σήμερα ακόμη, ύστερα από εξήντα χρόνια και παρά τις ζημίες και απώλειες σε περιόδους κρίσεων, υπάρχουν Έλληνες μεγιστάνες στηριζόμενοι στα κεφάλαια που συγκεντρώθηκαν χάρη στην οικονομική συνεργασία με τον εχθρό.

Θα αποφύγουμε τον πειρασμό να επιμείνουμε σε συγκεκριμένα ονόματα, αν και όποιος ενδιαφέρεται μπορεί μόνος του να κάνει συσχετισμούς.

Θα βρει μεγιστάνες που επί δεκαετίες πρωταγωνίστησαν στην οικονομική ζωή του τόπου.

Θα βρει μεγαλοεπιχειρηματίες που προχώρησαν σε ποικίλες άλλες δραστηριότητες και κατέστησαν ταγοί της κοινωνίας μας, καθώς ανυποψίαστη η κοινή γνώμη είχε λησμονήσει την προέλευση των χρημάτων τους. Άλλους που χρηματοδότησαν μεγάλα ονόματα της πολιτικής ή άλλους που αναμίχθηκαν οι ίδιοι στην πολιτική για να γίνουν οι ίδιοι ή οι γόνοι τους υπουργοί και διαπρεπείς προσωπικότητες, χωρίς κανείς να φαντάζεται ότι με την εύνοια του κατακτητή απέκτησαν το παντοδύναμο χρήμα. Ορισμένους μάλιστα που δεν δίστασαν να διαθέσουν ψιχία (αναλογικά) από την περιουσία τους, τέτοιας πραγματικής αξίας όμως ώστε να τους απονεμηθεί μέχρι και ο τίτλος του εθνικού ευεργέτη! Και άλλοι, και άλλοι.

Εκτός από τους αναφερόμενους οικονομικούς δωσίλογους, υπάρχουν και άλλες παρεμφερείς κατηγορίες, όπως οι κατοχικοί μεγαλομαυραγορίτες.

Διαθέτοντας και καλλιεργώντας πάσης φύσεως διασυνδέσεις με τις Αρχές Κατοχής συγκέντρωσαν στα χέρια τους ποσότητες δυσεύρετων ειδών, κυρίως τροφίμων ευρείας κατανάλωσης, που τις έσπρωχναν στην κατανάλωση με χιλιοπλάσιες τιμές. Το αποτέλεσμα ήταν οι μεν μαυραγορίτες να θησαυρίζουν ανενόχλητοι και φυσικά ανεξέλεγκτοι, ο δε λαός να στερείται τα στοιχειώδη αγαθά που θα μπορούσε να προμηθευθεί, εκτός αν ήταν έτοιμος να διαθέσει ένα ολόκληρο σπίτι για να εξασφαλίσει λίγα μόλις γεύματα. Οι θάνατοι από πείνα οφείλονται σ’ αυτό το κλίμα μαυραγοριτισμού που απλώθηκε επί Κατοχής, ιδιαίτερα τον πρώτο χρόνο, τον φοβερό χειμώνα 1941-42.

Οι μαυραγορίτες ήταν στο στόχαστρο των κατοχικών κυβερνήσεων, ακόμη και των ίδιων των κατακτητών, αφού τους εξέθεταν στην κοινή γνώμη ως αδιαφορούντες για την επιβίωση του λαού.

Ο στρατηγός Τσολάκογλου, ο κατοχικός πρωθυπουργός, σε πολλές περιπτώσεις παρενέβη θεαματικά για να ελέγξει την κατάσταση αυτή και είναι χαρακτηριστική η παρέμβασή του αυτή με τη χειροδικία του (τουτέστιν με τα χαστούκια του) προς κάποιους συλληφθέντες επ’ αυτοφώρω μεγαλομαυραγορίτες τροφίμων.

Ανάλογη θεαματική αντιμετώπιση είχαν και άλλοι συνάδελφοί τους, αυτή τη φορά από τους Γερμανούς, οι οποίοι μάλιστα για παραδειγματισμό τους απαγχόνισαν από τους στύλους σε μεγάλους αθηναϊκούς δρόμους.

Το παράδοξο όμως είναι που μεταπολεμικά αυτοί οι μεγαλομαυραγορίτες επέζησαν οικονομικά, αλλά και κοινωνικά, παρά το γεγονός ότι η κατοχική συμπεριφορά τους ήταν πάνω απ’ όλα αντικοινωνική και ανθελληνική. Και βεβαίως όσοι δεν επέζησαν βιολογικά, είχαν τους φυσικούς διαδόχους τους για να πάρουν τη σκυτάλη και να συνεχίσουν το μεσουράνημα των επιχειρήσεών τους.

 Και πάλι το κατοχικό παρελθόν ξεχάστηκε. Και έχουμε χαρακτηριστική περίπτωση τον γόνο ενός τέτοιου μεγαλομαυραγορίτη τροφίμων, διαθέτοντας πάντα το ισχυρότατο ταμείο που με τέτοια διαγωγή είχε σχηματίσει ο πατέρας ή ο παππούς του, να φθάσει – πενήντα χρόνια αργότερα – στη δημοσιότητα, ως αγοραστής της κληρονομητέας έπαυλης Μινέικο του Ψυχικού, την οποία αγόρασε από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Είναι εκείνος που και μόλις πρόσφατα εμφανίσθηκε πάλι στη δημοσιότητα, επειδή ζητεί να του επιστραφούν τα χρήματα που είχε διαθέσει για την αγορά, η οποία ύστερα από ένα περίπλοκο πλέγμα διαδικασιών, ακυρώθηκε. Και, να προσθέσουμε, είναι ο ίδιος που στα τελευταία χρόνια τιμήθηκε με ηγετική θέση στη διοίκηση του Κολλεγίου Αθηνών.

Όλους αυτούς τους οικονομικούς μεγαλοδωσίλογους, που απέκτησαν τέτοιες αμύθητες περιουσίες, ο πανδαμάτωρ χρόνος – όπως ήταν αναμενόμενο – δεν τους λησμόνησε και ελάχιστοι σήμερα ίσως επιζούν. Αλλά και εκείνοι που πέθαναν και εκείνοι που τυχόν ζουν ανάμεσά μας, έχουν επιμελώς αποκρύψει το πραγματικό παρελθόν τους.

Θα ήταν έλλειψη στοιχειωδών φυσικών ανακλαστικών, αν γινόταν διαφορετικά. Αλλά η ιστορία δεν καταγίνεται στην παροχή συχωροχαρτιών. Έχει διαφορετική αντίληψη και η κρίση της δεν επηρεάζεται από συναισθηματισμούς και υποκειμενισμούς.

Η πολιτεία μπορεί με άνεση να αμνηστεύει, όπως και η κοινωνία. Η ιστορία όμως δεν έχει τέτοιο δικαίωμα – και βεβαίως σε κάθε ευκαιρία το αποδεικνύει.

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΟΔΟΣΙΛΟΓΩΝ

1. Αβραμίδης Ι., επιχειρηματίας

2. Αγγελόπουλος Θ. & Υιοί, επιχειρηματίες

3. Αγιουτάντης Α., εργολάβος

4. Αλβανόπουλοι Κ. και Ι., εργολάβοι

5. Αντωνόπουλος Α., εργολάβος

6. Βαρχανέα Σ., επιχειρηματίας

7. Βασιλάκος Α., εργολάβος

8. Βασιλειάδης Α., επιχειρηματίας

9. Βέλλιος Ε., εργολάβος

10. Βερνίκος Α., επιχειρηματίας

11. Βερνίκος Ν., επιχειρηματίας

12. Βερνίκος Ν., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

13. Βόμβα Αφοί, προμηθευτές Αρχών Κατοχής

14. Βόμβας Τ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

15. Βορρεάδης Ι., επιχειρηματίας

16. Γεωργιάδης Γ., επιχειρηματίας

17. Γεωργιάδης Σ., επιχειρηματίας

18. Γιαδικιάρογλου Ρ., επιχειρηματίας

19. Γιαδικιάρογλου Φ., επιχειρηματίας

20. Γιαννουλάτος Ε., επιχειρηματίας

21. Γιατζόγλου Ε., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

22. Γκέρτσος Δ., επιχειρηματίας

23. Γκέρτσος Θ., επιχειρηματίας

24. Γκέρτσος Κ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

25. Γκορίτσας Ε., εργολάβος

26. Γκουντελιάν Α., εργολάβος

27. Γκουτρούμ Κ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

28. Δαμιανός Μ., εργολάβος

29. Δευκόπουλος Κ., εργολάβος

30. Δήμας Σ., επιχειρηματίας

31. Διάκος Ε., εργολάβος

32. Δοανίδης Π., εργολάβος

33. Δολτσέτης Ι., εργολάβος

34. Έμκε Ρ., επιχειρηματίας

35. Ευστρατίου Δ., επιχειρηματίας

36. Ζαλώνης Μ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

37. Ζαννέτος Κ., επιχειρηματίας

38. Ζανουδάκης Α., επιχειρηματίας

39. Ζανουδάκης Σ., επιχειρηματίας

40. Ζαντεμίσκωφ χήρα, επιχειρηματίας

41. Ζαχάρωφ Γ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

42. Ζήζηλας Ι., εργολάβος

43. Θεοδωρόπουλος Ε., εργολάβος

44. Ιγγλέσης Γ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

45. Ιωαννίδης Β., εργολάβος

46. Ιωαννίδης Γ., εργολάβος

47. Καβαντζάς Δ., εργολάβος

48. Καββαδίας Κ., επιχειρηματίας

49. Καϊβάνοι Αφοί, εργολάβοι

50. Καλημέρης Β., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

51. Καλιάζης Κ., εργολάβος

52. Καλιαμπέτσος Α. και Σ., εργολάβοι

53. Κάμφωνας Α., επιχειρηματίας

54. Καραγιάννης Κ., επιχειρηματίας

55. Καράσσος Σ., επιχειρηματίας

56. Καρδασιλάρη Υιοί, προμηθευτές Αρχών Κατοχής

57. Κατηφόρης Π., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

58. Κατσίγερας Σ., επιχειρηματίας

59. Κεφάλας Κ., επιχειρηματίας

60. Κεχαγιάς Χ., εργολάβος

61. Κηρύκοι-Αλεξάτος, επιχειρηματίες

62. Κόβερης Ι., επιχειρηματίας

63. Κόκκινος Κ., επιχειρηματίας

64. Κολοβός Γ., επιχειρηματίας

65. Κολοζώφ Α., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

66. Κοραής Σ., επιχειρηματίας

67. Κορωναίος Α., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

68. Κούρηξ Δ., επιχειρηματίας

69. Κουρμούλης Μ., εργολάβος

70. Κουρτ Μ., επιχειρηματίας

71. Κούρτογλου Ι., εργολάβος

72. Κουτσουρόπουλος Λ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

73. Κρανιώτη Αφοί, εργολάβοι

74. Κριεζής Ι., εργολάβος

75. Κρίκος Μ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

76. Κυπαρισσόπουλος Ε., επιχειρηματίας

77. Κυφιώτης Α., εργολάβος

78. Κωστάλας Σ., επιχειρηματίας

79. Λαζαράκης Ανδρ., επιχειρηματίας

80. Λαζαράκης Κ., επιχειρηματίας

81. Λαζαρίδης Π., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

82. Λασκαρίδης Χ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

83. Λιοπυράκης Θ., επιχειρηματίας

84. Λυμπεράκης Μ., εργολάβος

85. Μαθιουδάκης Ι., εργολάβος

86. Μανιάκης Α., εργολάβος

87. Μάνος Α., εργολάβος

88. Μαντζάκας Σ., εργολάβος

89. Ματαραντζής Ι., επιχειρηματίας

90. Μάτσας Α., επιχειρηματίας

91. Μαυράγγελος Μ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

92. Μαύρου Φ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

93. Μεγαλοοικονόμου Λ., επιχειρηματίας

94. Μεϊμαρίδης-Πιρπίρογλου, προμηθευτές Αρχών Κατοχής

95. Μήκας Δ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

96. Μικέλης Ν., εργολάβος

97. Μόσχος Π., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

98. Μπαντζάς Ν., επιχειρηματίας

99. Μπαρμπαγιαννάκης Ι., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

100. Μπαρμπαρής Σ., εργολάβος

101. Μπρούνος Λ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

102. Μωυσόγλου Α., επιχειρηματίας

103. Ναούμ Α., επιχειρηματίας

104. Ναχνικιάν Ζ., εργολάβος

105. Νισίμ Κ., επιχειρηματίας

106. Νταής Α., εργολάβος

107. Ντεκιπέλο Κατάλιτο, εργολάβος

108. Ντιλέρνια Γ., εργολάβος

109. Ξανθόπουλος Α., εργολάβος

110. Ξανθόπουλος Ι., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

111. Ξανθόπουλος Π., εργολάβος

112. Παβεζόπουλος Α., επιχειρηματίας

113. Παπαδάκης Ε., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

114. Παπαδόπουλος Γ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

115. Παπαδόπουλος Κ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

116. Παπαδόπουλος Ο.Ε., επιχειρηματίας

117. Παπανικολάου Π., επιχειρηματίας

118. Παπασταύρου Χ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

119. Παραβάντος Ι., επιχειρηματίας

120. Πασσάς Ι., εργολάβος

121. Περικάρης Εμμ., εργολάβος

122. Πετρίδης Ι., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

123. Πετρίδης Κ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

124. Πετρόπουλος Κ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

125. Πετυχάκης Φ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

126. Πλέσσας Α., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

127. Πλέσσας Κ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

128. Πλέσσας Σπ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

129. Πλέσσας Στ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

130. Πουλάκος Β., επιχειρηματίας

131. Προφέτας Α., επιχειρηματίας

132. Ρεμέντζης Γ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

133. Ρόζενσταϊν-Ροζάκης Λ., επιχειρηματίας

134. Ρουρούλης Σ., επιχειρηματίας

135. Ρούσσος Δ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

136. Σαλαπάτας Α., επιχειρηματίας

137. Σαλαπάτας Β., επιχειρηματίας

138. Σαλαπάτας Σ., επιχειρηματίας

139. Σαλούστρος Π., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

140. Σαραντάκης Ο., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

141. Σαράντης Ι., επιχειρηματίας

142. Σαράντης Ρ., επιχειρηματίας

143. Σαρφάτης Ρ., επιχειρηματίας

144. Σεραφειμίδης-Γεωργακάς, προμηθευτές Αρχών Κατοχής

145. Σκλαβούνος Λ., επιχειρηματίας

146. Σουπίλας Σ., επιχειρηματίας

147. Σοφιανόπουλος Π., εργολάβος

148. Σταματόπουλοι Α., Λ., Θ., Ρ. & Ο., επιχειρηματίες

149. Στασινόπουλοι Ι., Η & Μ., επιχειρηματίες

150. Στίκας Α., επιχειρηματίας

151. Στίπας Π., επιχειρηματίας

152. Συριανάκης Θ., επιχειρηματίας

153. Τερζόγλου Ν., επιχειρηματίας

154. Τολιάς Β., εργολάβος

155. Φερλάτσο Ο., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

156. Φουρναράκης-Ιωαννίδης, εργολάβοι

157. Φώκερ Σ., εργολάβος

158. Χάινε Ε., επιχειρηματίας

159. Χαραλάμπους Μ., εργολάβος

160. Χασαπάκος Χρ., επιχειρηματίας

161. Χατζηνάκος Γ., εργολάβος

162. Χατζηπαναγιώτης Ι., εργολάβος

163. Χόχνετς Φ., προμηθευτής Αρχών Κατοχής

Από: Αγώνας της Κρήτης

Tου Δημοσθένη Κούκουνα

Ο Δημοσθένης Κούκουνας (1950-2022) ήταν δημοσιογράφος και ιστορικός συγγραφέας.
Γεννήθηκε το 1950 στην Πάτρα και μεγάλωσε στην Αθήνα.

Σπούδασε οικονομικά στην Αγγλία, αλλά από νεαρή ηλικία δραστηριοποιήθηκε στη συγγραφή βιβλίων, τη δημοσιογραφία και γενικά τον εκδοτικό χώρο.

Στη δημοσιογραφία εργάστηκε αρχικά στο οικονομικό και αργότερα στο πολιτικό ρεπορτάζ σε ημερήσιες αθηναϊκές εφημερίδες.

Διετέλεσε αρχισυντάκτης διαφόρων εφημερίδων και διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας "Ελεύθερος", που ίδρυσε ο ίδιος το 1986 με εκδότη τον Ιωάννη Μάστορα.

Υπήρξε επίσης εκδότης-διευθυντής του "Νεολόγου Πατρών" και στα τελευταία χρόνια διεύθυνε τα περιοδικά "Λαβύρινθος", "Τότε" και άλλα ιστορικά περιοδικά, καθώς και την εκδοτική εταιρία "Μέτρον".

Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων, κυρίως ιστορικών και βιογραφικών, μεταξύ των οποίων:

      1)  "Η γερμανική εισβολή και η συνθηκολόγηση",
2) 
"Η είσοδος των Γερμανών στην Αθήνα",
3)  
"Η Μάχη της Κρήτης",
4)  
"Έλληνες Πολιτικοί",
5)  "Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός",
6)  
"Άρης Βελουχιώτης, ο αμφιλεγόμενος πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ",
7) 
"Νίκος Ζαχαριάδης" κ.ά.

Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την Ιστορία της Κατοχής και κυκλοφόρησαν τα βιβλία του

        1) 
"Οι Γερμανοί στην Ελλάδα",
        2) 
"Η Κατοχή στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη",
        3) "Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου",
        4) "Η Κρήτη υπό Κατοχή" ,
        5) "Η γερμανική και ιταλική κατασκοπεία" και 
        6) "Οι Ιταλοί στην Ελλάδα".