Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Η σφαγή στο Κομμένο Άρτας από τους Γερμανούς ΝΑΖΙ και τους ντόπιους δωσίλογους συνεργάτες τους στις 16 Αυγούστου 1943

Το “άγνωστο” ολοκαύτωμα από τα Γερμανικά στρατεύματα 
με 317 νεκρούς
εκ των οποίων 97 παιδιά και 119 γυναίκες)

https://ethniki-antistasi-dse.gr/komeno-artas.html

Στις 16 Αυγούστου 1943, με πρόσχημα τη δράση των ανταρτών του ΕΔΕΣ και του ΕΛΑΣ στην περιοχή, οι Γερμανοί πυρπόλησαν το Κομμένο Άρτας και εξόντωσαν 317 ανθρώπους, από τους οποίους οι 119 ήταν γυναίκες, 101 άνδρες και 97 παιδιά, ακόμη και νήπια και βρέφη. Ανάμεσα στα θύματα της φασιστικής θηριωδίας συμπεριλαμβάνονται και οι καλεσμένοι από γύρω χωριά σε γάμο που έγινε την προηγούμενη.

Το φρικτό αυτό έγκλημα ήταν ένα οργανωμένο σχέδιο που στόχο είχε να καμφθεί η αντίσταση του ελληνικού λαού, τη στιγμή που ο απελευθερωτικός αγώνας εναντίον των Γερμανών και Ιταλών κατακτητών είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του.

Συγκεκριμένα, αφού το γερμανικό μέτωπο άρχισε να καταρρέει, οι Γερμανοί έθεσαν σε εφαρμογή τη χιτλερική αρχή της «αλληλέγγυας ευθύνης» και άρχισαν να διαπράττουν φρικιαστικά εγκλήματα. Θύμα αυτής της θηριωδίας υπήρξε και το Κομμένο, για το οποίο οι φασίστες είχαν πληροφορίες ότι αποτελούσε κέντρο δράσης αντιστασιακών οργανώσεων. Ακολουθεί η περιγραφή της φριχτής ιστορίας του μαρτυρικού χωριού, όπως καταγράφεται στην ιστοσελίδα του χωριού.

 
«επίσκεψη Ζάλμινγκερ»


Στις 12 Αυγούστου του 1943, ημέρα Πέμπτη, λίγο πριν το μεσημέρι, ένα γερμανικό αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο ίδιος ο διοικητής του 98ου Συντάγματος της 1ης Ορεινής Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών Γιόζεφ Ζάλμινγκερ, έφτασε στο Κομμένο, προφανώς για να ερευνήσει αν πράγματι στο χωριό δρούσαν ομάδες ανταρτών. Η «επίσκεψη» Ζάλμινγκερ στο Κομμένο αποτελούσε μέρος των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του 98ου Συντάγματος στην περιοχή της Ηπείρου, με σκοπό την εξόντωση των ανταρτών και το κάψιμο των χωριών εκείνων για τα οποία υπήρχαν υπόνοιες ότι τους τροφοδοτούν και τους ενισχύουν με οποιονδήποτε τρόπο. Το Κομμένο θα ήταν η συνέχεια της εκδικητικής μανίας και των αντιποίνων που είχαν ήδη αρχίσει να εφαρμόζουν οι Γερμανοί σε βάρος αμάχων και είχαν ήδη μετατρέψει σε ερείπια δεκάδες χωριά της Ηπείρου.


Ακριβώς τη μέρα και την ώρα εκείνη στην πλατεία του χωριού οι αντάρτες του Ε.Δ.Ε.Σ. και του Ε.Λ.Α.Σ. (σημ. Οικ.: που λίγο πιο πριν «διαφωνούσαν» για το πώς θα τροφοδοτούνταν με προμήθειες από τους κατοίκους του χωριού) είχαν στήσει τα όπλα τους και κάθονταν κάτω απ’ τα δέντρα. Όταν ο Γερμανός Διοικητής βρέθηκε μπροστά στην εικόνα αυτή, διέταξε τον οδηγό του και έκανε αμέσως στροφή αφήνοντας πίσω τους το χωριό, με την απόλυτη πλέον βεβαιότητα πως οι πληροφορίες του ήταν βάσιμες και δε χωρούσαν την παραμικρή αμφιβολία. Μερικές γυναίκες, μάλιστα, έσπευσαν από φόβο να μαζέψουν και να κρύψουν τα όπλα, αλλά φαίνεται πως η κίνησή τους αυτή έγινε αντιληπτή από τους Γερμανούς.


Η σφαγή του Κομμένου, όπου το πρόσχημα για τη θηριωδία αυτή ήταν και η δράση του ΕΔΕΣ, υπενθυμίζει, εκτός των άλλων
, το πόσο πρόστυχη είναι η αντικομμουνιστική προπαγάνδα που ισχυρίζεται ότι ο ΕΛΑΣ σκότωνε σκόπιμα δυο, τρεις Γερμανούς για να καίνε αυτοί τα χωριά τους και να στρατολογεί ο ΕΛΑΣ αντάρτες. Υποθέτοντας ότι στην περίπτωση του Κομμένου και κάποιων άλλων χωριών της Ηπείρου το ίδιο έκανε και ο ΕΔΕΣ, οι αντικομμουνιστές αποκαλύπτονται ως αυτό που ήταν και τότε και πάντα: προδότες, απολογητές των φασιστικών εγκλημάτων κατά του λαού μας και συκοφάντες οποιουδήποτε αντιστεκόταν στην ξένη κατοχή


Από τη στιγμή εκείνη που φεύγουν οι Γερμανοί, αρχίζει για τους κατοίκους του Κομμένου ο τρομερός εφιάλτης. 

Έντρομοι οι κάτοικοι κουβάλησαν τ’ αγαθά τους και τα ’κρυψαν στα χωράφια τους, στα οποία διανυκτέρευαν και οι ίδιοι, ενώ μια επιτροπή, με επικεφαλής τον πρόεδρο της Κοινότητας Λάμπρο Ζορμπά, μετέβη την επόμενη κιόλας μέρα στην Άρτα και ζήτησε από τις Ιταλικές αρχές και τις συνεργαζόμενες με τους κατακτητές ελληνικές αρχές της πόλης Άρτας να πληροφορηθεί σχετικά με την τύχη του χωριού. Οι αρχές, μάλλον με κάποια αδιαφορία, ίσως διαβεβαίωσαν την επιτροπή πως το χωριό δεν είχε να φοβηθεί τίποτε, γιατί οι αντάρτες δεν ήταν κάτοικοι του Κομμένου. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, και η ίδια η επιτροπή να μην είδε με τη δέουσα σοβαρότητα το γεγονός και να μην έδωσε την πρέπουσα σημασία στην τακτική των αντιποίνων που εφάρμοζαν οι Γερμανοί.


Έτσι στις 15 Αυγούστου, ημέρα που κοιμήθηκε η Παναγία Θεοτόκος, γιόρταζαν όπως είχαν συνήθεια το πανηγύρι τους. Και ο Θόδωρος Μάλλιος τέλεσε το γάμο της κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από το χωριό Παχυκάλαμος.



Η εξόντωση


Τα χαράματα, ωστόσο, της 16ης Αυγούστου 120 άντρες του 12ου λόχου του 98ου Γερμανικού Συντάγματος, το οποίο έδρευε στην περιοχή της Φιλιππιάδας, μια μικρή κωμόπολη 10 περίπου χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Άρτας, επιβιβάζονται πάνοπλοι στα φορτηγά και σταθμεύουν έξω από το Κομμένο. Αποστολή του 12ου λόχου ήταν η εξόντωση των ανταρτών που δρούσαν στην περιοχή και η εξαφάνιση του χωριού που τους υποστήριζε και τους προμήθευε με τρόφιμα και άλλα απαραίτητα για την αντίστασή τους εναντίον των Γερμανών.


Ήδη όμως από την Πέμπτη 12 Αυγούστου ο Διοικητής του 98ου Συντάγματος συνταγματάρχης Γιόζεφ Ζάλμινγκερ σημείωνε στην αναφορά του σχετικά με την επίσκεψή του στο Κομμένο: «Προσωπική αναγνωριστική επιχείρηση διαπίστωσε ότι το Κομμένο (12 χλμ. νότια-νοτιοανατολικά της Άρτας) βρίσκεται στα χέρια συμμοριτών, 25 – 30 άντρες με στολές ερήμου. Προς το παρόν δεν έχουν σχεδιαστεί αντίποινα» (Χ. Φ. Μάγερ, 59) και το Σάββατο 14 Αυγούστου έλαβε διαταγή «να προετοιμάσει αιφνιδιαστική επιχείρηση κατά της διαπιστωμένης συμμορίας στο Κομμένο». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 60)

Την Κυριακή 15 Αυγούστου συγκέντρωσε τη μονάδα του, για να της ανακοινώσει πως Γερμανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν στο Κομμένο και όφειλαν, γι’ αυτό, να δράσουν αμέσως με σκληρά αντίποινα εναντίον των ανταρτών και ξεκλήρισμα του χωριού που είχαν το λημέρι τους. Οι στρατιώτες δε δέχτηκαν με ιδιαίτερη προθυμία τη διαταγή να συμμετάσχουν εθελοντικά στην επιχείρηση. «Τουλάχιστον δώδεκα–δεκαπέντε άντρες είχαν προσφερθεί εθελοντικά για την επιχείρηση». (Mark Mazower, 226) Έτσι η διαταγή άλλαξε και η επιχείρηση ανατέθηκε στο 12ο λόχο του 98ου Συντάγματος. Διοικητής του 12ου λόχου ήταν ο υπολοχαγός Ρέζερ, πρώην στέλεχος της νεολαίας του Χίτλερ, φανατικός ναζί και αποκαλούμενος Νέρων από κάποιους στρατιώτες. Οι στρατιώτες που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση ήταν στο σύνολό τους κληρωτοί.




 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφού πρώτα πήραν το πρωινό τους και τη ρητή διαταγή «κανείς δεν πρέπει να επιζήσει, όλοι στο χωριό πρέπει να εκτελεστούν» (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 67),περικύκλωσαν το χωριό από τρεις πλευρές, αφήνοντας αφύλαχτη τη δυτική πλευρά όπου κυλούσε ο Άραχθος ποταμός, ο οποίος, κατά τη γνώμη του Ρέζερ, αποτελούσε φυσικό εμπόδιο διαφυγής. Όλα οργανώθηκαν με κανονικό σχέδιο μάχης, καθώς για τους Γερμανούς το χωριό ήταν κέντρο ανταρτών, οι οποίοι την ώρα εκείνη βρίσκονταν στον ύπνο μαζί με τους άλλους κατοίκους. Γι’ αυτό και δεν πείραξαν κανέναν και τίποτε πριν δοθεί το σύνθημα της μάχης.

Αφηγείται η Ιφιγένεια Παππά – Κοντογιάννη, κορίτσι 18 χρονών τότε.
«Είδαμε τους Γερμανούς, μια μικρή ομάδα, την ώρα που βγαίναμε απ’ το χωριό», Είχαμε ακούσει τα αυτοκίνητα που έρχονταν, αλλά δεν ξέραμε ούτε τι κουβαλούσαν ούτε τι έρχονταν να κάνουν. Μας σήκωσε ο πατέρας μου και μας έδιωξε απ’ το σπίτι, φοβόταν ο άνθρωπος μη μας κάνουν κακό. Φύγετε, να περάσετε το ποτάμι και να πάτε να κρυφτείτε στα χωράφια, μας είπε. Σηκωθήκαμε. Μόλις είχε σκάσει ο ήλιος. Στο χωριό ακούγονταν αμάξια, θόρυβος, φασαρία. Φτάσαμε στα τελευταία σπίτια. Σχεδόν πέσαμε απάνω τους. Δε μας πείραξαν. Κρατούσαν όπλα στα χέρια τους και κουβέντιαζαν μεταξύ τους. Νιώσαμε το κορμί μας να τρέμει. Εκείνοι, κάτι όμορφα παιδιά, μας κοίταξαν και κάτι ψιθύρισαν μεταξύ τους χαμογελώντας. Ήταν παιδιά. Δεν προλάβαμε να απομακρυνθούμε στα εκατό μέτρα κι άρχισε το μακελειό».

Θα πρέπει να ήταν 6.30 το πρωί όταν δόθηκε το σύνθημα της «επίθεσης εναντίον των ανταρτών» με δυο φωτοβολίδες που ρίχτηκαν στον αέρα. Οι μονάδες εφόδου άρχισαν να βάλλουν με όπλα, με πολυβόλα, χειροβομβίδες και όλμους. Στόχος τους η εξαφάνιση από γης ολόκληρου του χωριού, χωρίς κανένα έλεος. Έκαιγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και σκότωναν με μιαν απερίγραπτη αγριότητα άντρες, γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Ακόμη και μωρά. Οι στρατιώτες, κρατώντας μια χειροβομβίδα στα χέρια τους, έσπρωχναν βίαια τις πόρτες των σπιτιών και, ρίχνοντάς την μέσα, τα έκαναν κάρβουνο.

Ολόκληρες οικογένειες κάηκαν ζωντανές μέσα στα σπίτια τους, πριν ακόμη ξυπνήσουν και καταλάβουν τι γίνεται γύρω τους. Άλλοι έτρεχαν στους δρόμους για να σωθούν και έπεφταν από τις σφαίρες που θέριζαν το χωριό. Ανθρώπινα σώματα έγιναν κομμάτια ή διαλύθηκαν εντελώς και δε βρέθηκαν ποτέ. Η διαταγή του υπολοχαγού Ρέζερ και των ανωτέρων του ήταν σαφής: να μη μείνει τίποτε ζωντανό, να μη μείνει τίποτε όρθιο σ’ ένα χωριό που αποτελούσε φωλιά των ανταρτών.


Έξι ώρες κράτησε η σφαγή. 

Οι δρόμοι, οι αυλές, τα καμένα σπίτια, τα χαντάκια, οι κήποι, η πλατεία, ολόκληρο το χωριό γέμισε πτώματα, που μερικά έμεναν άθαφτα για αρκετές μέρες, αφού δεν απέμεινε κανείς ζωντανός απ’ τους συγγενείς για να θάψει τους νεκρούς του. Το Κομμένο σβήνει και χάνεται τυλιγμένο στις φλόγες και βουβό κάτω απ’ τους καπνούς και τις στάχτες που άφησαν πίσω τους φεύγοντας οι άντρες του 12ου λόχου.


Στο σπίτι του Θόδωρου Μάλλιου γινόταν ο γάμος τη κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από τον Παχυκάλαμο, χωριό κοντά στο Κομμένο. Χάθηκαν όλοι. Τους έκαψαν και τους σκότωσαν. Τριάντα με σαράντα άτομα. Από τα 12 μέλη της οικογένειας του οικοδεσπότη Θόδωρου Μάλλιου σώθηκαν εκείνο το πρωινό μόνο δύο, ο Αλέξανδρος και η Μαρία, δεκατριών και δέκα χρόνων, που είχαν φύγει μόλις πριν λίγα λεπτά για να φροντίσουν στο χωράφι τα ζώα. Οι ναζί δε σεβάστηκαν και δε λογάριασαν τίποτε και κανέναν. Σκότωσαν και τη νύφη την Αλεξάνδρα και το γαμπρό το Θεοχάρη.


Όσοι πρόλαβαν και πετάχτηκαν έξω απ’ τα σπίτια τους, έτρεχαν να σωθούν στα χωράφια ή να κρυφτούν χωμένοι στα βαθιά χαντάκια. Μόνη σωτηρία απέμεινε για πολλούς το ποτάμι. Πλήθος κόσμου έτρεχε κατά εκεί. Άλλοι ρίχνονταν στα νερά του για να περάσουν απέναντι και να σωθούν. Άλλοι κρέμονταν απ’ τις βάρκες και τρέμοντας πάλευαν να γλιτώσουν απ’ τον εφιάλτη. Κι εκεί πνίγηκαν σχεδόν όλοι όσοι μπήκαν στη βάρκα του Σπύρου Βλαχοπάνου, δεκαεφτά άτομα. Κι ο θρήνος κι οι κραυγές του πνιγμού έσμιγαν με τη βουή της φωτιάς και των όπλων που αφάνιζαν το Κομμένο.


Σώθηκαν περνώντας στην άλλη όχθη του Αράχθου ή κρυμμένοι στους θάμνους, στα καλαμπόκια και στα λαγκάδια τριακόσιοι πενήντα (350) περίπου.Κι έκαναν μερικοί μέρες πολλές να γυρίσουν στα σπίτια τους και τους νεκρούς να μετρήσο υν. Γιατί φώλιασε στην ψυχή τους ο φόβος μήπως ξανάρθουν οι Γερμανοί, για να ολοκληρώσουν το έργο τους. Όταν πια δε γινόταν αλλιώς, βρήκαν τη δύναμη και το πήραν απόφαση. 


Πρόχειρα και στον τόπο ακριβώς της σφαγής άνοιξαν λάκκους κι έριξαν τους νεκρούς μέσα, για να μην τους φάνε τα σκυλιά και τα όρνια και να μην πέσουν αρρώστιες αγιάτρευτες στο χωριό. Τρία χρόνια έζησαν με τους τάφους των αγαπημένων προσώπων τους στις αυλές τους. Ύστερα μάζεψαν ό,τι είχε απομείνει από αυτούς και το μετέφεραν στο κοιμητήριο του χωριού. Εκείνοι που σώθηκαν έπρεπε ν’ αντέξουν και ν’ αφήσουν γι’ αργότερα τα δάκρυα και τον πόνο.


Η σφαγή τελειώνει


Όταν το μεσημέρι χτύπησε η καμπάνα για να δώσει το μήνυμα στους Γερμανούς στρατιώτες ότι η μάχη τελείωσε, ελάχιστοι από αυτούς μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που έγινε. Αλλά ακριβώς το ίδιο είχε συμβεί και με τους κατοίκους του Κομμένου που κατόρθωσαν να σωθούν και να επιζήσουν. Το τοπίο έμοιαζε απερίγραπτο και απίστευτο. Κάποιοι από αυτούς που άκουσαν το θόρυβο των αυτοκινήτων, σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν προς την πλατεία για να δουν ποιοι ήταν αυτοί που ήρθαν και τι ήθελαν. Άλλοι, αντί να φύγουν για να σωθούν, βγήκαν στους δρόμους για να δουν τι συμβαίνει, ακόμη κι όταν άρχισε η «μάχη» και το χωριό μεταβαλλόταν σε κόλαση. Κι άλλοι, ίσως οι περισσότεροι, είχαν την πλάνη στο νου τους, ίσως γιατί έτσι μπορεί να διαδόθηκε την προηγούμενη μέρα, πως οι Γερμανοί θα κάψουν τα σπίτια που θα βρουν άδεια και δε θα πειράξουν τα σπίτια που θα βρουν μέσα ανθρώπους.


«Ήμουν στο γάμο του Μάλλιου, μέχρι το πρωί», αφηγείται ο Χρήστος Χαραλάμπους, 24 χρονών τότε. «Γυρίζω στο σπίτι μου, έπαιρνε να χαράξει. Είχε ξυπνήσει ο πατέρας μου. Ακούμε θόρυβο από αυτοκίνητα. Έρχονται Ιταλοί, είπε ο πατέρας μου. Ξύπνα και τον αδερφό σου το Σπύρο και φύγετε, με συμβούλεψε. Έρχονται να μαζέψουν την ηλικία σας. Εμάς δε θα μας πειράξουν. Ξύπνησα το Σπύρο, ένα θηρίο παλικάρι μέχρι εκεί πάνω. Μόλις βγήκαμε έξω απ’ το χωριό, ακούμε εδώ πέρα να γίνεται χαλασμός. Τρέχαμε σαν παλαβοί. Χιλιάδες σφαίρες σφύριζαν στ’ αφτιά μας κι έπεφταν δίπλα στα πόδια μας. Μέχρι το μεσημέρι το ’καναν το χωριό κάρβουνο. Γυρίσαμε σπίτι μας την άλλη μέρα. Τι να ιδούμε! Μια αυλή γεμάτη πτώματα. Η δική μας οικογένεια και ολόκληρη η οικογένεια του προέδρου Λαμπράκη Ζορμπά. Τι να κάνουμε Ανοίγουμε ένα λάκκο και τους τραβάγαμε με μια τριχιά και τους ρίχναμε μέσα. Δεκαπέντε – είκοσι νοματαίοι».


Ο Νάσος Βλαχοπάνος έμεινε στο σπίτι για να παρακαλέσει τους Γερμανούς να μην το κάψουν, γιατί είχε μέσα φυλαγμένα τα προικιά της κόρης του Γιαννούλας, την οποία θα πάντρευε ύστερα από λίγες μέρες. Δεκατρείς σφαίρες τρύπησαν το κορμί του και η φωτιά έκαψε και το σπίτι και τα προικιά. Ο Βασίλης Σκουραβέληςέμεινε με ολόκληρη την οικογένειά του μέσα στο σπίτι, για να μην το βρουν άδειο οι Γερμανοί και το κάψουν. Μαζί με το σπίτι έκαψαν και ολόκληρη την οικογένεια του Βασίλη Σκουραβέλη, εννιά άτομα.


Είναι αλήθεια πως οι Γερμανοί στρατιώτες πίστευαν πως λάβαιναν μέρος σε μια μάχη με τους αντάρτες. Καθώς όμως περνούσε η ώρα και δε συναντούσαν πουθενά αντίσταση, όπλα, πυρομαχικά και αντάρτες, κάποιοι από αυτούς άρχισαν να αμφιβάλλουν για τη σκοπιμότητα της επιχείρησης και να περιορίζουν την πολεμική τους δράση, αποφεύγοντας να σκοτώνουν άμαχους και αθώα γυναικόπαιδα, με κίνδυνο μάλιστα να τιμωρηθούν με στρατοδικείο για άρνηση εκτέλεσης διαταγών. Για έξι ώρες οι Γερμανοί πολεμούσαν με φαντάσματα ανταρτών και σκότωναν ανελέητα ανυπεράσπιστους αμάχους.


Όταν δόθηκε το σύνθημα της αναχώρησης του 12ου λόχου απ’ το Κομμένο, ο νεαρός διοικητής του, υπολοχαγός Ρέζερ, θα πρέπει να αισθανόταν πολύ ευχαριστημένος γιατί η επιχείρηση στέφτηκε από απόλυτη επιτυχία, καθώς δεν υπήρξε ούτε μία απώλεια από τις δυνάμεις του, ενώ οι «εχθροί» κατατροπώθηκαν και άφησαν στο πεδίο της «μάχης» εκατοντάδες θύματα και το χωριό τυλιγμένο στις φλόγες. Αρκετοί, ωστόσο, από τους στρατιώτες του θα πρέπει να έφευγαν βαθιά μελαγχολικοί και συλλογισμένοι, γιατί τους εξαπάτησαν και τους υποχρέωσαν να σκοτώνουν αθώους. Ο στρατιώτης Άλμπερτ Ζένγκερ θυμάται πως μετά την επιχείρηση κάθισαν κάτω από τις πορτοκαλιές για να προφυλαχτούν από την αφόρητη ζέστη του Αυγούστου. «Μετά από τη φασαρία των όπλων κυριαρχούσε απόλυτη ησυχία. Οι περισσότεροι στρατιώτες ήταν στενοχωρημένοι και σχεδόν κανείς δεν ήταν σύμφωνος με την επιχείρηση. Ως αυτό το γεγονός δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ανάμεσά μας υπήρχαν και σαδιστές που συμπεριφέρθηκαν σαν άγρια ζώα. Είδα μα τα μάτια μου στρατιώτες οι οποίοι γελούσαν κι έκαναν αστεία εις βάρος των πτωμάτων. Οι περισσότεροι όμως βρίσκονταν σε μια κατάσταση σοκ και ήταν βαθιά θλιμμένοι. Όλοι είχαν ήδη τύψεις συνείδησης με μερικές μόνο εξαιρέσεις. Στο τέλος καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι εκτελούσαμε απλώς διαταγές ανωτέρων. Η οποιαδήποτε ανυπακοή απέναντι σε επίσημες διαταγές τιμωρούνταν σκληρά». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 81)


Οι Γερμανοί στρατιώτες εγκατέλειπαν το Κομμένο μέσα σε μια κόλαση φωτιάς και σε έναν τρομερό εφιάλτη, που κάποιοι από αυτούς μπορεί να τον κουβαλούσαν μαζί τους και να τον έφερναν με πολύ τρόμο στο νου τους, όταν  πόλεμος τέλειωσε και η ζωή ξαναμπήκε στον κανονικό της δρόμο. Για πολλά χρόνια. Νικητές Σε τι είδους μάχη Ηττημένοι Ίσως.


«Ο ανθυπολοχαγός ή αρχηγός της ομάδας μου έδωσε τη διαταγή να πυροβολήσω τους Έλληνες. Αρνήθηκα. Ανάμεσα στους Έλληνες βρίσκονταν γυναίκες και παιδιά και νομίζω μια από τις γυναίκες κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά. Ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι ετοιμαζόμουν να διαπράξω ένα έγκλημα. Αυτή η μέρα ανήκει στις χειρότερες αναμνήσεις που έχω από όλο τον πόλεμο. Ο ανθυπολοχαγός ή ομαδάρχης είχε στηθεί πίσω μου και απειλούσε να με πυροβολήσει με το οπλοπολυβόλο του σε περίπτωση που θ’ αρνιόμουν να εκτελέσω τη διαταγή του. Αυτή την απειλή την πήρα πολύ σοβαρά. Όλοι μας είχαμε αναγκαστεί να λάβουμε μέρος στην επιχείρηση. Ίσως να με απείλησε και με στρατοδικείο. Αμέσως άρχισα να πυροβολώ προς τη μεριά των Ελλήνων, οι οποίοι προσπάθησαν να κρυφτούν πίσω από τα κασόνια», θυμάται αρκετά χρόνια μετά ο στρατιώτης Άλμπερτ Τσάντερ. (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 76).


Το ταξίδι της επιστροφής τους στη βάση της μονάδας τους θα ήταν ασφαλώς πιο δύσκολο από τον πρωινό τους περίπατο τόσο μέχρι να φτάσουν στο Κομμένο όσο και κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους στους άδειους από εχθρούς δρόμους του. Και ήταν πολύ φυσικό για κληρωτούς αξιωματικούς και στρατιώτες, που μέσα σε λίγες ώρες μετέτρεψαν σε κόλαση ένα παραδεισένιο χωριό που δεν τους έφταιξε σε τίποτε και δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση στην επιχείρησή τους. «Οι αντιδράσεις των κληρωτών ήταν κι αυτές ταραγμένες. Στα φορτηγά που πήγαιναν πίσω στη Φιλιππιάδα, συζητούσαν γι’ αυτό που είχαν κάνει. Πολλοί απ’ αυτούς έδειχναν μελαγχολικοί και συγκλονισμένοι. Ο Καρλ Ντ. θυμόταν ότι “στον 12ο λόχο η ενέργεια αυτή συζητήθηκε πολύ. Σύντομα όλοι οι στρατιώτες έμαθαν γι’ αυτή. Λίγοι την έβρισκαν σωστή. Εγώ ήμουν τόσο επηρεασμένος απ’ αυτές τις ωμότητες που για εβδομάδες είχα χάσει την ψυχική μου ισορροπία”.Την ώρα των τουφεκισμών αναφέρεται πως ένας υπαξιωματικός πέταξε το πηλήκιο στα πόδια του Ρέζερ και φώναξε: “Herr Oberleutnant, απλώς να θυμάστε ότι αυτή είναι η τελευταία φορά που συμμετέχω σε κάτι τέτοιο. Αυτό είναι μια Schweinerei (αθλιότητα) που δεν έχει τίποτα να κάνει με τον πόλεμο”» (Mark Mazower, σελ. 226, και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 82)


Οι Γερμανοί φεύγουν


Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι πως οι γερμανικές υπηρεσίες, στα επίσημα έγγραφά τους, έκαναν λόγο για ληστές και αντάρτες στο Κομμένο και προετοίμασαν τους στρατιώτες για μια μεγάλη αναμέτρηση με τις δυνάμεις των αντιστασιακών οργανώσεων. Και το τραγικό πως εδώ μέσα δε βρήκαν την παραμικρή αντίσταση, δεν ακούστηκε ούτε ένας πυροβολισμός εναντίον τους, παρά μόνο ακούγονταν τα βογκητά, οι λυγμοί και οι θρήνοι των έντρομων άμαχων κατοίκων του χωριού από τους δικούς τους μονάχα πυροβολισμούς και το δικό τους θανατικό. Μέσα σ’ ένα πρωί το Κομμένο μέτρησε 317 θύματα μιας θηριωδίας και μιας βαρβαρότητας που δεν την αντέχει ακόμη και να την ακούει κανείς. Εξοντώθηκαν 20 οικογένειες, εκτελέστηκαν 95 νήπια και παιδιά ηλικίας έως 15 ετών, θανατώθηκαν 126 γυναίκες.


Αυτό όμως δεν εμπόδισε στο ελάχιστο τους γραφειοκράτες της γερμανικής πολεμικής μηχανής να αναφέρουν την ίδια ημέρα του ολοκαυτώματος με υπερβολική δόση ανανδρίας και ανεντιμότητας, διαστρεβλώνοντας βάναυσα την αλήθεια, πως στο Κομμένο έγινε μάχη με τους αντάρτες: «Σήμερα το πρωί, κατά την περικύκλωση του Κομμένου που έγινε από τρεις πλευρές, ο 12ος Λόχος δέχτηκε πολύ πυκνά πυρά απ’ όλα τα σπίτια. Τότε ο Λόχος άνοιξε πυρ με όλα του τα όπλα, επέδραμε στον οικισμό και τον πυρπόλησε. Φαίνεται πως κατά τη διάρκεια αυτής της μάχης μερικοί από τους ληστές κατάφεραν να ξεφύγουν προς τα νοτιοανατολικά. Υπολογίζεται ότι σ’ αυτή τη μάχη σκοτώθηκαν 150 άμαχοι. Τα σπίτια δέχτηκαν έφοδο με χειροβομβίδες, με αποτέλεσμα τα περισσότερα να πάρουν φωτιά. Όλα τα βοοειδή και το μαλλί έγιναν λάφυρα. Θα ακολουθήσει χωριστή αναφορά λαφύρων. Κατά την πυρπόληση των σπιτιών μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών εξερράγησαν και κρυμμένα όπλα είναι επίσης πιθανόν να κάηκαν μαζί τους». (Mark Mazower, σελ. 223 και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 83)


Μπορεί στη συνείδηση πολλών Γερμανών στρατιωτών να έμεινε χαραγμένη η εικόνα του πλιάτσικου, «με την πρόφαση ότι πρόκειται για αντίποινα ύστερα από την επίθεση κατά κάποιου στρατηγού», οι Γερμανικές, ωστόσο, αρχές δε δυσκολεύτηκαν στα επίσημα έγγραφά τους να κάνουν λόγο για ληστές, συμμορίτες, αποβράσματα και να χρησιμοποιήσουν ανακρίβειες που μπορούσαν να εμφανίσουν τα εγκλήματά τους εναντίον ανυπεράσπιστων και αμάχων ως πραγματική μάχη με τον εχθρό που τους επιτέθηκε.


Έτσι την επόμενη ημέρα νέα αναφορά σημειώνει, μετατρέποντας τους 150 άμαχους σε 150 νεκρούς από την πλευρά του εχθρού: «Αποτέλεσμα εκκαθαριστικής επιχείρησης στο Κομμένο: 150 νεκροί από την πλευρά του εχθρού, μερικά βοοειδή, όπλα ιταλικής προέλευσης. Η φωτιά στο χωριό ανατίναξε μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών. Το αποτέλεσμα της επιχείρησης επιβεβαίωσε την υποψία και την αναφορά της μεραρχίας ότι η ανατολική πλευρά του κόλπου της Άρτας αποτελεί κέντρο συμμοριτών με ισχυρές ενεργούς ληστοσυμμορίες». (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 93, και Mark Mazower, σελ. 224)


Ενώ ο τότε υπολοχαγός και μετέπειτα Γενικός Γραμματέας του Ο.Η.Ε. Κουρτ Βαλντχάιμ, ο οποίος υπηρετούσε στο γραφείο συντονισμού του γερμανικού γενικού επιτελείου στην Αθήνα, σημείωνε στις 17 Αυγούστου στο Ημερολόγιο Πολέμου της μονάδας του:«17 Αυγούστου: Αυξανόμενη αεροπορική δραστηριότητα του εχθρού με επιδρομές εναντίον της δυτικής ελληνικής ακτής και των Ιόνιων νησιών. Στην περιφέρεια της 1ης Ορεινής Μεραρχίας, η κωμόπολη του Κομμένου (βόρεια του κόλπου της Άρτας) καταλαμβάνεται ύστερα από έντονη εχθρική αντίσταση. Απώλειες του εχθρού». (Mark Mazower, σελ. 224 και Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 96)

Τόσο απλά, λοιπόν, και τόσο σαθρά. Ένα χωριό παραδομένο στις φλόγες των ναζί και 317 άμαχοι και ανυπεράσπιστοι νεκροί, εκτελεσμένοι στα σπίτια τους, στις αυλές και τους δρόμους, δεν ήταν παρά οι εχθροί που πρόβαλαν έντονη αντίσταση στους πάνοπλους Γερμανούς του 12ου Λόχου! Η Γερμανία διέτρεχε κίνδυνο από τα γυναικόπαιδα, τα μωρά και τους άοπλους του Κομμένου!


Μεσημέρι 1.30΄, σημειώνει ο γυμνασιάρχης Στέφανος Παππάς, οι Γερμανοί φεύγουν. Αφήνουν πίσω τους ένα ολοκαύτωμα, ένα απέραντο νεκροταφείο. Και παίρνουν μαζί τους τα λάφυρα του πολέμου: κοπάδια ζώων μεγάλων και μικρών που συγκέντρωσαν στην πλατεία του χωριού, κουβέρτες, σεντόνια, φορέματα, κουστούμια, παπούτσια, γραμμόφωνα, χρήματα, χρυσαφικά. (Στέφανου Παππά, σελ. 29) Η επίσημη έκθεση, ωστόσο, της Βέρμαχτ αναφέρει: «16 κεφάλια βοοειδή, 1 γεμάτο φορτηγό σακιά με μαλλί, 5 ιταλικές καραμπίνες, 1 ιταλικό αυτόματο πιστόλι». (Mark Mazower, σελ. 224)


Ο τραγικός επίλογος

 

Οι σκηνές φρίκης που εκτυλίχτηκαν το πρωινό της ματωμένης εκείνης Δευτέρας στο Κομμένο και χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη συνείδηση εκείνων που κρύφτηκαν και είδαν με τα μάτια τους όλη την έκταση της βαρβαρότητας και της κτηνωδίας, συνθέτουν ένα πένθιμο εμβατήριο, που ηχεί τυραννικά μέσα μας και μας ελέγχει και μας ανακρίνει και ζητά εξηγήσεις με απόγνωση, μα παίρνει απαντήσεις θολές και μισές, που χάνονται μέσα στον άνεμο.


Το Κομμένο το εκτέλεσαν εν ψυχρώ οι ναζί και το παρέδωσαν στις φλόγες χωρίς έλεος. Η τραγική σελίδα του Κομμένου μένει ζωντανή και καίει άσβηστη φλόγα στη μνήμη των 80 περίπου κατοίκων του που έζησαν τη φρίκη και βρίσκονται ακόμη εν ζωή. Το Κομμένο είναι μια διαρκής καταγγελία της βίας και της βαρβαρότητας. Είναι ένας ασίγαστος πόνος και μια διαμαρτυρία εναντίον κάθε μορφής ρατσισμού. Απ’ τα χείλη και την ψυχή των λίγων πλέον επιζώντων βγαίνει αβίαστα ένα σύνθημα: «όχι άλλη βία κι όχι άλλη αγριότητα στον πλανήτη».


Γιατί το Κομμένο αποθήκευσε κι έκλεισε μέσα στη μικρή του ιστορία όλη την έκταση της βαρβαρότητας και της κτηνωδίας που σπέρνουν αλόγιστα η καθαρότητα της φυλής και η αίσθηση της υπεροχής απέναντι στον άοπλο και τον ανίσχυρο να προστατεύσει τον εαυτό του. Γιατί τούτη η ματωμένη σελίδα του, τα δάκρυα κι η ορφάνια, η φυγή κι η απόγνωση των δικών του παιδιών είναι το πρώτο του μάθημα που μας ανεβάζει ψηλά και μας πάει στην ευπρέπεια της αλληλεγγύης, του ανθρωπισμού και της απέραντης αγάπης.


Αν κατορθώσουμε κάποτε να διαβούμε τα στενά σύνορά μας και τολμήσουμε να περάσουμε στην απέναντι όχθη, έτσι που τον πόνο του ανθρώπου να τον κάνουμε πόνο δικό μας, τότε είναι βέβαιο πως η πρώτη μας έγνοια κι η πρώτη μας πράξη θα σταθούν στο Κομμένο και τον άγιο του τόπο θα τον κάνουν πάρκο ανθρωπιάς και μουσείο της ειρήνης και της συναδέλφωσης των ανθρώπων και των λαών.


Και μπορεί από τούτα τα πάρκα της φιλίας και της ανθρωπιάς να ξεχυθεί το μεγάλο ποτάμι σε μια παγκόσμια διαδήλωση, που στις πιο ψηλές κορφές των βουνών θα στήσει τα λάβαρα και στο κέντρο της γης θα θέσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του: Να τελειώνουμε τώρα με τους πολέμους. Να τελειώνουμε τώρα με τους αποικιοκράτες και τους ιμπεριαλιστές. Το απαιτούν οι νεομάρτυρες των πυρπολημένων και πλημμυρισμένων στο δάκρυ και στο αίμα χωριών μας. Το απαιτούν οι νεομάρτυρες των φούρνων και των κρεματορίων. Το απαιτεί το Κομμένο με τα 317 θύματά του και τ’ απερίγραπτο ολοκαύτωμά του.


Ο τραγικός απολογισμός και το έγκλημα πολέμου


«Την οργή των νεκρών να φοβάστε». Οδυσσέας Ελύτης


Ότι στο Κομμένο διαπράχθηκε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα πολέμου είναι πέραν πάσης αμφιβολίας. Ανεξάρτητα από το τι έχει αποφασιστεί στη δίκη της Νυρεμβέργης και τι εκκρεμότητες έχουν απομείνει στα διεθνή δικαστήρια και στα επίσημα εθνικά και διεθνή έγγραφα, στη συνείδηση όλων των ανθρώπων, η σφαγή των αμάχων και η ισοπέδωση του χωριού μόνο ως έγκλημα πολέμου έχει καταγραφεί. Το ολοκαύτωμα του Κομμένου ανήκει στις ελάχιστες εκείνες φρικιαστικές περιπτώσεις όπου άνθρωποι ανυπεράσπιστοι και κατά κύριο λόγο ανυποψίαστοι μετατρέπονται αιφνίδια σε τραγικά θύματα μιας οργανωμένης επίθεσης τακτικού στρατού με στόχο δήθεν την εξόντωση ανταρτών.


Στο Κομμένο οι ναζιστικές δυνάμεις δεν έδωσαν μάχη. Δε συγκέντρωσαν τους κατοίκους του για να επιλέξουν θύματα προς εκτέλεση. Δεν εφάρμοσαν τα γνωστά αντίποινα. Τέτοιος λόγος, ασφαλώς, δεν υπήρχε, αφού κανείς Γερμανός αξιωματικός ή στρατιώτης ούτε εκτελέστηκε ούτε τραυματίστηκε ούτε, εν πάση περιπτώσει, αντιμετωπίστηκε με βαναυσότητα από τους κατοίκους του ή από τους αντάρτες που υποτίθεται ότι έδρευαν σ’ αυτό. Ακόμη και ο ίδιος ο συνταγματάρχης Ζάλμινγκερ, που έφτασε σ’ αυτό στις 12 Αυγούστου, διευκολύνθηκε να το εγκαταλείψει ανενόχλητος. «Όχι μόνο δεν πείραξαν τους Γερμανούς οι αντάρτες, αλλά βοηθήσαμε το αυτοκίνητο να βγη από το χαντάκι, που είχε ανατραπή, και να φύγη ανενόχλητο. Κάναμε περισσότερο από ό,τι επέβαλε η εθνική μας τιμή, ενώ μπορούσαμε όλους να τους σκοτώσουμε», αναφέρει ο Στέφανος Παππάςκαταθέτοντας στη δίκη της Νυρεμβέργης (Στέφανου Παππά, σελ. 132)


Πλήθος στοιχείων και μαρτυριών από τους ίδιους τους Γερμανούς στρατιώτες δεν αφήνουν το ελάχιστο ίχνος σχετικά με το κακούργημα και το έγκλημα πολέμου.«Χωριά στα οποία θα πέφτουν πυροβολισμοί ή θα απαντώνται οπλισμένοι, θα καίγονται και ο ανδρικός πληθυσμός θα εκτελείται» ανέφερε η διαταγή του στρατηγού Βάλτερ φον Στέτνερ, διοικητή της 1ης Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών. Στο Κομμένο εκτελέστηκαν οι πάντες χωρίς καμιά διάκριση, παρότι δεν έπεσαν πυροβολισμοί ούτε απαντήθηκαν οπλισμένοι αντάρτες. «Στο χωριό δεν υπήρξε η παραμικρή αντίσταση, ούτε καν ένας πυροβολισμός, και από τη δική μας πλευρά δεν υπήρξε ούτε ένας τραυματίας», αναφέρει ο δεκανέας Κουρτ Ντρέερ. Παρά ταύτα εκτελέστηκαν 95 παιδιά ηλικία 4 μηνών έως 15 χρονών, 126 γυναίκες από 16 έως 80 χρονών και 96 άντρες από 16 έως 80 χρονών.


«Πρώτα ρίχναμε χειροβομβίδες μέσα στα σπίτια και μετά πυροβολούσαμε με καραμπίνες και οπλοπολυβόλα από τις πόρτες. Πολλά πτώματα κάηκαν μέσα στα σπίτια και η μυρωδιά ήταν αφόρητη», θυμάται ο Γιοχάνες Ραλ. «Ήμουν αυτόπτης μάρτυρας όταν κάποιοι στρατιώτες έχωναν μπουκάλια μπίρας στα γεννητικά όργανα γυναικείων πτωμάτων. Νομίζω ότι είδα και πτώματα με βγαλμένα μάτια», εκμυστηρεύεται χωρίς να μπορεί να κρύψει την αηδία του ο Άλμπερτ Σένγκερ.


«Τα μέλη του 12ου λόχου συνέλαβαν εκείνους που ήταν κρυμμένοι στα σπίτια τους και τους συγκέντρωσαν στη μικρή πλατεία… ήταν μια ομάδα 15 – 20 ανθρώπων, κυρίως γυναίκες. Ανάμεσά τους υπήρχαν όμως και μερικά αγόρια και κορίτσια 12 ή 13 ετών… Ο Τσάντερ έστησε το πολυβόλο σε απόσταση 10 – 15 μέτρων… έριξε μια σειρά ριπές και θέρισε τον κόσμο», περιγράφει ο Όσκαρ Γκούντμαν, ο οποίος σημειώνει πως ο Τσάντερ άνοιξε πυρ στην αυλή του Θεόδωρου Μάλλιου την ώρα του γάμου, κατόπιν διαταγής του ανθυπολοχαγού και απειλής ότι σε περίπτωση ανυπακοής θα συντάξει αναφορά σε βάρος του και θα τον στείλει στο στρατοδικείο. Αλλά κι ο ίδιος ο πυροβολητής δεκανέας Άλμπερτ Τσάντερ ομολογεί χαρακτηριστικά: «Ήμουν πολύ ταραγμένος που θ’ αναγκαζόμουν να πυροβολήσω γυναικόπαιδα. Τα νεύρα μου ήταν εξαιρετικά τεντωμένα. Πραγματικά δε θυμάμαι πια, είναι σαν να έχω στη μνήμη μου ένα κενό». (Βλ. Χ. Φ. Μάγερ σελ. 76 – 82)


Για το ίδιο γεγονός καταθέτει στη δίκη της Νυρεμβέργης ο γυμνασιάρχης Στέφανος Παππάς: Οι Γερμανοί «έβγαλαν έξω από το σπίτι του Θεόδωρου Μάλλιου, που γινόταν ο γάμος, 10 – 15 άτομα που εθέρισαν με το πολυβόλο. Είδα με τα μάτια μου απέναντι από τα θύματα σωρός από κάλυκες. Οι υπόλοιποι, γαμπρός, νύφη, συμπέθεροι και άλλοι εν όλω 32 κάηκαν, έγιναν στάχτη μέσα στο διώροφο σπίτι, που καίγονταν μια ολόκληρη ημέρα και νύχτα». (Στέφανου Παππά, σελ. 126)


Οι Γερμανοί φρόντισαν, μετά το τέλος της «μάχης» και παρά την αφόρητη ζέστη, να κάνουν μια τελευταία επιθεώρηση στο χωριό και να αποτελειώσουν ό,τι έμεινε στη μέση. «Παντού υπήρχαν πτώματα. Ορισμένοι δεν είχαν αφήσει ακόμη την τελευταία τους πνοή. Προσπαθούσαν να μετακινηθούν και βογκούσαν. Δύο ή τρεις κατώτεροι αξιωματικοί έκαναν μια τελευταία περιπολία στο χωριό κι έδωσαν τη χαριστική βολή στους ετοιμοθάνατους», θυμάται ο 19χρονος στρατιώτης Γιόχαν Χάουσμαν. (Χ. Φ. Μάγερ, σελ. 80)


Λίγο πριν αναχωρήσει ο στρατός, οι επικεφαλής παρότρυναν τους στρατιώτες να πάρουν μαζί τους ό,τι ήθελαν ως λάφυρο από το χωριό. «Οι στρατιώτες όμως ήταν σε τέτοιο βαθμό εξαντλημένοι, που δεν άγγιξαν σχεδόν τίποτε από τα πράγματα που βρίσκονταν ολόγυρα. Μόνο οι αξιωματικοί φόρτωσαν στα φορτηγά κλεμμένα χαλιά και άλλα πολύτιμα αντικείμενα», θυμάται ένας άλλοςδεκαεννιάχρονος στρατιώτης, ο Χανς Τίσλερ. (Χ.Φ. Μάγερ, σελ. 80) Ενώ οΡέζερ «διέταξε μερικούς στρατιώτες να βάλουν φωτιά στα λίγα σπίτια που είχαν μείνει ανέπαφα». (Mark Mazower, σελ. 223)


Θα μπορούσε να παραθέσει κανείς αμέτρητα γεγονότα που δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία πως το ολοκαύτωμα του Κομμένου ήταν ένα έγκλημα πολέμου, σε βαθμό που ο ίδιος ο ταγματάρχης Ράινχολντ Κλέμπε, που ακολούθησε την εκκαθαριστική επιχείρηση ως διοικητής του τάγματος στο οποίο ανήκε ο 12ος λόχος, χωρίς να λάβει μέρος σ’ αυτή, να επιπλήξει αυστηρά τον υφιστάμενό του υπολοχαγό Βίλι Ρέζερ, όταν κάτωχρος και αηδιασμένος από αυτό που αντίκρισαν τα μάτια του μέσα στο Κομμένο, βρέθηκε αντιμέτωπος μαζί του: «αυτό, κύριε υπολοχαγέ, δεν έχει καμιά σχέση με τον πόλεμο. Με κάτι τέτοια δε θέλω να έρθω σε επαφή». (Χ.Φ. Μάγερ, σελ. 90 και Mark Mazower, σελ. 226)


Τα στοιχεία της καταστροφής είναι συνταρακτικά. Εξοντώθηκαν και αφανίστηκαν 20 ολόκληρες οικογένειες. Δολοφονήθηκαν μαζικά και αποτρόπαια 71 παιδιά ηλικίας κάτω των δέκα ετών. Μέσα στα ίδια τους τα σπίτια κάηκαν ζωντανοί γονείς μαζί με τα παιδιά τους. Ούτε ένα τουφέκι δε στράφηκε εναντίον των γερμανών. Οι απώλειες του Κομμένου 317 νεκροί. Σπίτια καμένα, αγαθά λεηλατημένα, κτίρια πυρπολημένα. Οι απώλειες των επιδρομέων ένα μεγάλο, ένα τεράστιο και απερίγραπτο μηδέν, που στρέφεται, εντέλει, εναντίον τους και τους εξευτελίζει.


“Σήκω αδερφέ μ’ από τη γη” – Γρηγόρης Καψάλης


Στο Κομμένο, στις 16 Αυγούστου 1943, γράφτηκε μια από τις πιο τραγικές σελίδες, από εκείνες που αδυνατεί να τις αντέξει ο νους του ανθρώπου και αρνείται να τη συγχωρήσει η παγκόσμια ιστορία. Η μαζική εκτέλεση και ο αφανισμός ολόκληρων οικογενειών συνιστά μια γενοκτονία, με χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε αρχαίες τραγωδίες.


Ο Θεόδωρος Αντωνίου εκτελέστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά του, ηλικίας 4, 3 και 2 ετών. Ο Χρήστου Αποστόλουσφαγιάστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του, τη μητέρα του και τα δύο παιδιά του, ηλικίας 11 και 3 ετών. Ο Αθανάσιος Διαμαντής εκτελέστηκε μαζί με τη γυναίκα του και τα πέντε παιδιά του, ηλικίας 30, 10, 16, 8 και 5 ετών. Ο Κων/νος Κριτσιμάς σφαγιάστηκε μέσα στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του, ηλικίας 8, 6, 3 και 1 έτους. Η Αικατερίνη Μαράγγου εκτελέστηκε μαζί με το παιδί της, ηλικίας 40 ετών, και τα πέντε εγγόνια της, ηλικίας 14, 11, 8, 6 και 4 ετών. Ο Θεόδωρος Μάλλιοςσφαγιάστηκε στο γάμο της κόρης του, μαζί με τη γυναίκα του, τα εφτά από τα εννιά παιδιά του, ηλικίας 25, 24, 22, 21, 16, 11, και 6 ετών, και τη νύφη του, ηλικίας 24 ετών. Στο ματωμένο γάμο δολοφονήθηκαν η νύφη Αλεξάνδρα και ο γαμπρός Θεοχάρης.


Από το γένος Κοντογιάννη εκτελέστηκαν 29 άτομα, από το γένος Κριτσιμά 24, από το γένος Κολιοκώτση 16, από το γένος Διαμαντή 15, από το γένος Αντωνίου 13. Από τους ξένους που εκείνη την ημέρα βρέθηκαν στο Κομμένο λόγω του πανηγυριού του Δεκαπενταύγουστου και του γάμου εκτελέστηκαν περίπου 35 άτομα. Εκτελέστηκαν επίσης 3 Ισραηλίτες, οι οποίοι έμεναν στο Κομμένο.

 
Από το βιβλίο «Άι Κομμένο της άσβεστης μνήμης» του Δημήτρη Χρ. Βλαχοπάνου, «Εντύπωσις», 2η έκδοση 2009

……………………..
Βασική βιβλιογραφία
1. Στέφανου Παππά: Η σφαγή του Κομμένου
2. Χ.Φ. Μάγερ: Η φρίκη του Κομμένου (Καλέντης)
3. Mark Mazower: Στην Ελλάδα του Χίτλερ (Αλεξάνδρεια)
4. Ζωντανές μαρτυρίες


ΠΗΓΗ: ΟΙΚΟΔΟΜΟΣ - ΑΕΤΟΣ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩ
Ν

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Η εκτέλεση του Νίκου Πλουμπίδη στις 14 Αυγούστου 1954

Ήταν 14 Αυγούστου 1954, όταν το κράτος των δωσίλογων της δεξιάς εκτέλεσε τον δάσκαλο και σύντροφο Νίκο Πλουμπίδη, χαράματα Σαββάτου παραμονή της Παναγίας του 15 Αύγουστου, στη θέση Αγία Μαρίνα στο Δαφνί. 

 

Η επίσημη έκθεση αναφέρει χαράματα ώρα 05:23 π.μ.
Ήταν 52 ετών. 
Εκτελέστηκε από απόσπασμα, έχοντας καταδικαστεί δις σε θάνατο από το Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών.
Στην Ελλάδα δολοφόνησαν όλον τον ανθό της, εξόρισαν, βασάνισαν, εκτέλεσαν.
Η Ελλάδα.Το μοναδικό κράτος που επιβράβευσε κι έδωσε αξιώματα σε δολοφόνους, μαυραγορίτες, συνεργάτες των ΝΑΖΙ - SS, προδότες, ρουφιάνους, Χίτες [Χ], ταγματασφΑΛΗΤΕΣ.

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων στις 13 Αυγούστου του 1944 από τους Γερμανούς ΝΑΖΙ

“Από τας 940 οικίας των Ανωγείων δεν έχει απομείνει ούτε μία”: Το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων από τους Γερμανούς ΝΑΖΙ στις 13 Αυγούστου του 1944

https://agonaskritis.gr/%ce%b1%cf%80%cf%8c-%cf%84%ce%b1%cf%82-940-%ce%bf%ce%b9%ce%ba%ce%af%ce%b1%cf%82-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b1%ce%bd%cf%89%ce%b3%ce%b5%ce%af%cf%89%ce%bd-%ce%b4%ce%b5%ce%bd-%ce%ad%cf%87%ce%b5%ce%b9-%ce%b1-3/

Τ΄ Ανώγεια λόγω της θέσης τους, στις απόκρημνες πλαγιές του Ψηλορείτη και του  αδούλωτου φρονήματος των κατοίκων τους, βρέθηκαν πάντοτε στην πρώτη γραμμή των απελευθερωτικών αγώνων των Κρητικών απέναντι σε οποιονδήποτε κατακτητή.

 

Κατακτήθηκαν από τους Τούρκους  το 1648 και στη συνέχεια ήταν βακουφικό (μοναστηριακό) χωριό, αφιερωμένο στα τζαμιά της Βαλιδέ Σουλτάνας, ενώ παράλληλα αποτέλεσαν σημαντικό επαναστατικό κέντρο.

 

Το Μάιο του 1822, στη θέση Σκλαβόκαμπος  Μαλεβιζίου, οι Ανωγειανοί νίκησαν τους Τούρκους, με αρχηγό τους το Βασίλη Σμπώκο. Το γεγονός αυτό, έγινε η αφορμή και στις 14 Ιουλίου του 1822, ο Σερίφ Πασάς που βρήκε το χωριό ερημωμένο από τους  κατοίκους του, οι οποίοι πολεμούσαν  στη Μεσσαρά, το λεηλάτησε και το έκαψε.

 

Αυτό ήταν το πρώτο ολοκαύτωμα των Ανωγείων και έμελλε να ακολουθήσουν άλλα δύο. Λίγο πριν από την επανάσταση του 1866, έγινε στα Ανώγεια η συνέλευση για την εκλογή αντιπροσώπων των οπλαρχηγών της Ανατολικής Κρήτης. Την ίδια χρονιά, τρεις Ανωγειανοί άνηκαν στους πεσόντες του ολοκαυτώματος του Αρκαδίου, με το οποίο ηρωικά αποκρούστηκε η απόπειρα κατάληψής του από τον Σερίζ πασά.

Το 1867 ο Ομέρ πασάς κατέλαβε τ’ Ανώγεια και το Νοέμβριο του ίδιου έτους ο Ρεσίζ πασάςπροέβη στο ολοκαύτωμα του χωριού για δεύτερη φορά, μόλις 45 χρόνια μετά από το πρώτο ολοκαύτωμα.

 


Οι κάτοικοι των Ανωγείων έλαβαν, ακόμα, μέρος στις επαναστάσεις του 1878 και του 1897 αλλά και στο Μακεδονικό και στον Ηπειρωτικό Αγώνα.

Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Ανωγειανοί πήραν μέρος, από τους πρώτους, στην αντίσταση κατά των Ναζί κατακτητών με τη δημιουργία ένοπλων ομάδων σε συνεργασία με το Συμμαχικό Αρχηγείο Μέσης Ανατολής και έχοντας επικεφαλής τον Ιωάννη Δραμουντάνη (Στεφανογιάννη) ο οποίος και εκτελέστηκε από τους Ναζί, στις 12 Φεβρουαρίου 1944

Κορυφαίο γεγονός της αντίστασης του αγωνιζόμενου λαού των Ανωγείων, υπήρξε η καταστροφή και ισοπέδωση του χωριού τον Αύγουστο του 1944. Το 3ο ολοκαύτωμα των Ανωγείων άρχισε τη 13η Αυγούστου και κράτησε μέχρι το τέλος του ίδιου μήνα. Στο Αρμί, την κεντρική πλατεία του χωριού βρίσκεται εγχάρακτη η διαταγή του Γερμανού στρατηγού φρουράρχου Κρήτης.

 «…Επειδή η πόλις των Ανωγείων είναι κέντρον της αγγλικής κατασκοπίας εν Κρήτη και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το φόνο του λοχία φρουράρχου Γενί-Γκαβέ και της υπ’ αυτόν φρουράς και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το σαμποτάζ της Δαμάστας, επειδή εις Ανώγεια ευρίσκουν άσυλον και προστασίαν οι αντάρται των διαφόρων ομάδων αντιστάσεως και επειδή εκ των Ανωγείων διήλθον και οι απαγωγείς με τον στρατηγόν Φον Κράιπε χρησιμοποιήσαντες ως σταθμόν διακομιδής τα Ανώγεια, διατάσσομεν την ΙΣΟΠΕΔΩΣΙΝ τούτων και την εκτέλεσιν παντός άρρενος Ανωγειανού όστις ήθελεν ευρεθεί εντός του χωρίου και πέριξ αυτού εις απόστασιν ενός χιλιομέτρου.»


Η εκτέλεση της διαταγής του Μίλλερ ήταν άμεση και στις 13 Αυγούστου 1944 άρχισε το κάψιμο και η ισοπέδωση των Ανωγείων, που κράτησε μέχρι τις 5 του Σετέμπρη.

Σημαντικός όγκος γερμανικού στρατού σενεπικουρούμενος από ένα ικανό αριθμό δοσίλογων - γκεσταπιτών καίνε τα πάντα και στη συνέχεια γκρεμίζουν τους εναπομείναντας τοίχους, αφού πρώτα λεηλατούν και αρπάζουν όσα πολύτιμα αγαθά υπήρχαν στο πλούσιο κεφαλοχώρι και υπήρχαν πολλά, τα οποία μεταφέρουν στα Σείσαρχα και από κει σε διάφορα γερμανικά κέντρα και σπίτια δοσίλογων.

Το μίσος και η βαρβαρότητα κατά τη διάρκεια των 22 ημερών ολοκαυτώματος των Ανωγείων ξεπερνά κάθε όριο λογικής και φαντασίας. Αρκετοί γέροντες και γυναίκες που έμειναν κρυπτόμενοι στο χωριό και άρρωστα παιδιά που δεν μπορούσαν να μετακινηθούν, καίγονται ή καταπλακώνονται από τα ερείπια και οποιοσδήποτε κινούμενος στόχος τίθεται στο στόχαστρο των Γερμανογκεσταπιτών.

 

Δύο παιδιά και είκοσι πέντε άντρες και γυναίκες εκτελούνται η καταπλακώνονται από τα χαλάσματα και είναι οι ακόλουθοι:

 

1)    Αεράκης Νικόλαος

2)    Βρέντζος Εμμανουήλ

3)    Βουιδάσκης Βασίλειος

4)    Βλατά Ελένη

5)    Κοκοσάλη Αμαλία

6)    Κουβίδης Μιχαήλ

7)    Καβλέντη Αγάπη

8)    Καλλέργη Αικατερίνη

9)    Καραίσκου Ειρήνη

10)  Ξυλούρης Στέφανος (παιδί 8 ετών)

11)  Ξυλούρης Κων/νος

12)  Ξυλούρης Ιωάννης

13)  Πατραμάνη Ελένη

14)  Πετροκόπος Κων/νος

15)  Πασπαράκη Ευαγγελία

16)  Σκουλάς Εμμανουήλ

17)  Σκουλά Όλγα

18)  Σκουλά Ανδρονίκη

19)  Σαλούστρου Αικατερίνη

20)  Σαλούστρου Ειρήνη

21)  Σαλούστρος Εμμανουήλ

22)  Σπαχή Αφροδίτη

23)  Χαχλιούτης Κων/νος (παιδί 14 ετών)

24)  Σπιθούρης Γεώργιος

25)  Παπαδιός Εμμανουήλ

26)  Κουτάντος Σωκράτης

27)  Κουταντος Ιωάννης

 

  Από τα εκτελεστικά αποσπάσματα σώζονται δια της φυγής, τρεις Ανωγειανοί οι:

 

1)    Μιχάλης Ρούλιος,

2)    Στέφανος Χαιρέτης και

3)    Ιωάννης Σουλτάτος ή Αλισαβογιάννης.

 

Χαρακτηριστικό της τόλμης και της στωικότητας που οι Ανωγειανοί αντιμετώπιζαν το θάνατο, στις δύσκολες εκείνες ώρες της καταστροφής και του ολέθρου, είναι και το ακόλουθο περιστατικό: «Ο Αριστείδης Πασπαράκης ή Αλμπάτης, υπερήλικας κατά την περίοδο καταστροφής των Ανωγείων, διέμενε μόνος σε ένα μικρό σπιτάκι που είχε κτίσει σε αγρόκτημα του στο Μέσα Πλατάνι, κάτω από τα Σίσσαρχα. Μια μέρα τον επισκέφθηκε ο περιπλανώμενος, όπως και οι υπόλοιποι Ανωγειανοί, επίσης γέροντας Μιχάλης Παπαδιός η Τζιομιχάλης. Την ώρα που οι δύο γέροντες καθόταν στο σπιτάκι κατέφθασε ένας Γερμανός από τα Σίσαρχα και οργισμένος τους διέταξε να σηκωθούν για να τους εκτελέσει, να τους κάνει «καπούτ» όπως τους είπε. Και ο Αλμπάτης απευθυνόμενος στο Τζιομιχάλη.

 

Σήκω, μουρέ, στάσου ανατολικά και κάμε το σταυρό σου. Μια φορά, μουρέ,

θα ποθάνουμε, ας ποθάνουμε σήμερο!!

 

Ο Γερμανός τους έβγαλε στον οψιγιά, πάνω από το σπιτάκι κι εκεί έχοντας γυρισμένη την πλάτη προς τον εκτελεστή, περίμεναν τη βολή.

 

Οι στιγμές περνούσαν βασανιστικές χωρίς ο Γερμανός να πραγματοποιεί την απειλή του.

Κάποια στιγμή ο Αλμπάτης γύρισε και είδε το Γερμανό να έχει κατεβασμένο το όπλο και τον άκουσε να του λέει:

 

Γερμανός: Νιξ παππού, καπούτ σήμερο. Αύριο καπούτ!

 

Κι ο Αλμπάτης: Έπαε θαν είμαι γω και αύριο μονό να ‘ρθέις.

 

Την επαύριον οι δύο γέροντες πήγαν στις συκιές που ήταν απέναντι στο σπιτάκι να βρούν κανένα σύκο να το φάνε και να ξεπεινάσουν και αφού βοσκήθηκαν ο Αλμπάτης λέει στο Τζιομιχάλη:

 

Αλμπάτης: Αιντε, μουρέ, Μιχάλη να πάμε στο σπιτάκι γιατί μπορεί να ρθεί κείοσες, εννοώντας το Γερμανό. Άμεσα όμως πήρε την απάντηση.

 

Τζιομιχάλης: Για γροίκα είντα λέει! Εγώ δε πάω!

 

Αργότερα ο Αλμπάτης διηγούμενος το περιστατικό στους Σαρχιανούς τους είπε ότι γύρισε στο σπιτάκι και:

 

Αλμπάτης: Έκεια τονε περίμενα πολλή ώρα, μα δεν εγύρισε ο κερατάς .

 

Οι Γερμανοί ανερχόμενοι από διάφορα σημεία για να πραγματοποιήσουν το ολοκαύτωμα των Ανωγείων συνέλαβαν 31 άντρες από διάφορα χωριά το Μαλεβυζίου και Μυλοποτάμου και Ανωγειανούς, τους μετέφεραν στα Σείσαρχα κι από κεί καθημερινά τους χρησιμοπιούσαν ως αγωγιάτες για να μεταφέρουν τα πάσης φύσεως υλικά αγαθά, που άρπαξαν από το χωριό πριν γκρεμίσουν και κάψουν τα σπίτια του.

 


Στις 22 Αυγούστου θεωρώντας ότι δε χρειαζόνταν άλλο τους αγωγιάτες, πήραν την απόφαση να τους εκτελέσουν. Από την εκκλησία της Αγίας Παρασκευή Σεισάρχων όπου οι αγωγιάτες διέμεναν, υπό φρούρηση, παρελαμβαναν ένα-ένα και οδηγώντας τον στο ρυάκι, 150 περίπου μέτρα νοτιοανατολικά των Σεισάρχων, τους έστηναν στην άκρη μικρού γκρεμού και τους εκτελούσαν. Ευνόητο ότι, ο 31ος πρέπει να θεωρηθεί ότι εκτελέστηκε 31 φορές.

 

Τι βαρβαρότητα!!

 

Τα ονόματα των εκτελεσθέντων είναι χαραγμένα σε απλό και ωραίο μνημείο στην πλατεία των Σεισάρχων , στην κορυφή του οποίου είναι γραμμένη η μαντινάδα του Βασίλη Καλομοίρη, γιού εκτελεσθέντα, η οποία μας λέει:

 

«Στη θύελλα του φασισμού

Που τη φωθιά σκορπίζει,

Μόνο με αίμα το δεντρό

Της λεφτεριάς ανθίζει!»

 

Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες και 7 Ανωγειανοί οι ακόλουθοι:

1) Πατραμάνης Εμμανουήλ, 

2) Καλομοίρης Γεώργιος,

3) Καλομοίρης Κων/νος,

4) Μανουράς Ευγένιος,

5) Κοκοσάλης Νικόλαος,

6) Καραμπίνης Χαράλαμπος και

7) Σκουλάς Κων/νος.

 

Μια μέρα πριν την εκτέλεση των πατριωτών στα Σείσαρχα στις 21-8-1944, οι Γερμανοί πραγματοποιούν κλοιό στο Καμαράκι Μαλεβυζίου και συλλαμβάνουν μέσα σ’ αυτό και στην ευρύτερη περιοχή του 24 άνδρες, τους οποίους οδηγούν στον ανατολικό πόρο του φαραγγιού των Γωνιών όπου τους εκτελούν πλην του Ιωάννη Σουλτάτου, ο οποίος κατάφερε να διαφύγει και να σωθεί κατά την ώρα της εκτέλεσης. Μέσα στους 23 εκτελεσθέντες συμπεριλαμβάνονται και τρεις Ανωγειανοί οι:


        1) Μαυρόκωστας Βασίλειος 
        2) Παπαδιός Ιωάννης και 
        3) Σουλτάτος Μιχαήλ.

 

Την ίδια περίοδο, άλλο γερμανικό απόσπασμα ερευνώντας το Ζωνιανό αόρι συλλαμβάνει 4 Ζωνιανούς τους : 1) Κων/νο Παρασύρη ή Κάτσουνα 2) Κάββαλο Γεώργιο 3) Κλίνη Μιχαήλ 4) Κλίνη Ιωάννη τους οποίους οδηγεί στη θέση Ρουσαλίμνη και από κει στην πορεία τους προς τ΄ Ανώγεια, σταματά λίγο πιο πάνω από αυτά και τους εκτελεί στη θέση «Πετριάς» και ακόμη 3 Παπαδιούδες Ανωγειανοι: Παπαδιός Στυλιανός, Παπαδιός Εμμανουήλ και Παπαδιός Νικόλαος ευρισκόμενοι στο Στρούμπουλα και μη αντέχοντας τη πείνα, κατεβαίνουν στην Τύλισσο για να βρούν κάτι να φάνε, συλλαμβάνονται από τους Γερμανούς στη θέση «Αλώνια» και εκτελούνται επί τόπου.

 

Πάράλληλα με το ολοκαύτωμα των Ανωγείων πραγματοποιείται και το ολοκαύτωμα της Δαμάστας. Τριάντα νέοι Δαμαστιανοί εκτελούνται στη θέση «Κερατίδι» και τρεις ακόμη 2 γυναίκες και 1 άντρας χάνουν της ζωή τους κατά την περίοδο του σαμποτάζ και της καταστροφής της Δαμάστας.

 

Τα Ανώγεια ανήκουν σήμερα στο Δίκτυο Μαρτυρικών Πόλεων & Χωριών, «Ελληνικά Ολοκαυτώματα».

 

Ο Καζαντζάκης καταγράφει την Ναζιστική κτηνωδία στα Ανώγεια  (13 Αυγούστου 1944)

 

Στην σχετική έκθεση του για τα Ανώγεια ως μέλος της Κ.Ε.Δ.Ω.Κ. μεταξύ άλλων ο Νίκος Καζαντζάκης αναφέρει:

 

«Την 13ην οι Γερμανοί συμπληρώσαντες την κύκλωσιν, εισήλθον εις τα Ανώγεια και διέταξαν τους υπολειφθέντας κατοίκους (θα ήσαν περί τα 1500 γυναικόπαιδα) να αναχωρήσουν εντός ημισείας ώρας προς την κατεύθυνσιν του Γενή-Καβέ, οπόθεν να διασκορπισθούν εις τα διάφορα χωρία της Ρεθύμνης.

 

Μετά ταύτα, προέβησαν εις Ολοκαύτωμα, γενικήν λεηλασίαν του χωρίου, πλουσιωτάτου εις κτηνοτροφικά και εριουργικά προϊόντα. Μετά την δήλωσιν εκάστη οικία εκαίετο πρώτον και έπειτα ανετινάσσετο δια δυναμίτιδος.

 

Κάθε νύκτα οι Γερμανοί απεσύροντο εις τα Σείσαρχα και την πρωϊαν επανήρχοντο.

 

Το μέγεθος της λεηλασίας θα κατανόηση κανείς, όταν λάβη υπ’ όψιν ότι αυτή διήρκεσεν από της 13 Αυγούστου μέχρι της 5 Σεπτεμβρίου. Κατά την διάρκειαν της διαρπαγής οι Γερμανοί εφόνευσαν εντός του χωρίου τον Γ. Σπιθούρην, μη δυνηθέντα ν’ αποχωρήση μετά των άλλων κατοίκων, επίσης τους παραλύτους εξαδέλφους Κωνστ. και I. Ξυλούρην (ή Κίτρη), και τον υπέργηρον Νικ. Αεράκην, εις τας αγκάλας του οποίου έθεσαν, μετά την εκτέλεσιν, δεξιά και αριστερά τα πτώματα δύο χοίρων προς χλευασμόν.

 

Δύο αδελφαί, η χήρα Εμμ. Καλλέργη και η χήρα Εμμ. Καβλέντη, η χωλή Ειρήνη Καραϊσκου και η Ευαγγ. Ιω. Πασπαράκη, αρνηθείσαι ν’ αποχωρήσουν και προτιμήσασαι τον θάνατον απέθανον καείσαι και καταχωθείσαι έπειτα υπό τα ερείπια των ανατιναχθεισών οικιών των.

 

Επίσης οι Γερμανοί εφόνευσαν τον εκ τραύματος της κεφαλής παράφρονα Εμμ. I. Σαλούστρον. Πολλοί άλλοι εφονεύθησαν εις τα πέριξ.

 

Οι Γερμανοί κατέστρεψαν και τα 4 τυροκομεία της περιοχής και απήγαγον τα ποίμνια των κατοίκων όσα δεν ηδυνήθησαν να συμπαραλάβουν, τα εφόνευσαν.

 

Σήμερον από τας 940 οικίας των Ανωγείων δεν έχει απομείνει ούτε μία, το νεόδμητον σχολείον ανετινάχθη, αι 3 εκκλησίαι, τας οποίας οι Γερμανοί είχον μεταβάλει εις σταύλους, έχουν επίσης υποστή ζημίας εκ των πέριξ ανατινάξεων.

 

Η επίσημος κατάστασις της Νομαρχίας Ρεθύμνης αναφέρει 117 Ανωγειανούς εκτελεσθέντας κατά την περίοδον της κατοχής»…