Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Ο μεγάλος λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης (Δημήτρης Βαλασιάδης)



 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 Ήταν λουστράκος, Λαντζιέρης, Δάσκαλος και ψάλτης. Επιστάτης, Πρόσφυγας της Μικράς Ασίας, Περιπλανώμενος, Περπάτησε με τα καραβάνια, Με τα μπουλούκια. Να φτάσει κάπου, να στεριώσει. Διωγμένος από τα σχολεία της χώρας.

ΕΑΜίτης. Γραμματέας στη λέσχη διανοούμενων. 
Ήταν κομμουνιστής. 
Ήταν κρατούμενος. 
Ήταν εξόριστος στο Μακρονήσι, στον Άη-Στράτη. 
Είχε την καταδίκη για την εσχάτη προδοσία. 
Είχε την απόφαση που έλεγε εις θάνατον.
Ήταν συγκρατούμενος του Ρίτσου, του Κατράκη. 
Έχασε την ελληνική ιθαγένεια από τους δικτάτορες. 
Δεν έγραφε για να γράψει. Δεν τον ενδιέφερε η Τέχνη απλώς για την τέχνη. Την κοινωνική εκμετάλλευση ήθελε να πει, την ταξική ανισότητα.




 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Άκουσε το κατηγορητήριο κι είπε: 
«Ναι, είμαι ένοχος. Όχι όμως γι' αυτά που έγραψα, αλλά γι' αυτά που δεν έγραψα και ακριβώς γιατί δεν τα έγραψα. Κατηγορούμαι ότι έγραψα για τους απλούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς. Μα για ποιους έπρεπε να γράψω; Εγώ αυτούς γνώρισα, αυτούς αγάπησα, μαζί τους μοιράστηκα και τις χαρές και τις πίκρες μου. Δίπλα τους γεύτηκα κι εγώ την πίκρα της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας και ήταν οι μόνοι που μου συμπαραστάθηκαν. Γι' αυτό και αισθάνομαι φταίχτης που δεν έγραψα όσα έπρεπε να γράψω γι' αυτούς».

Κι όταν απολογούμενος, δέχτηκε παρέμβαση του προέδρου, όταν του είπαν «αν πράγματι νιώθεις στοργή για το παιδί και τη γυναίκα σου, θα 'πρεπε να 'χεις κάνει δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ» εκείνος απάντησε: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάνω πάλι τέσσερα εγώ».

Κι έγραψε για ένα παιδί που μετράει τα άστρα. 
Και πως «Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι γιατί ουρλιάζανε οι άνθρωποι»
Και είπε, ναι, «Αγαπώ θα πει εγώ αγαπώ το τι κάνει ο άλλος είναι δική του δουλειά» 
και έτσι είναι «Στον έρωτα μήπως όλες οι φορές που αγαπούμε δεν είναι πρώτες;» 
Και είπε «να πάμε να κοιμηθούμε, αγρυπνά εκείνος για εμάς»
Και δίκιο είχε: «Γνώρισα τους ανθρώπους και αγάπησα τα ζώα» 
Και μια μέρα ήρθε, έγραψε, και φώτισε την καταπακτή του κι έγινε φως. 
Και έγραψε για «τα ψέματα που ειπώθηκαν, και ντράπηκαν αυτά μιας και δεν ντράπηκαν τα στόματα που τα είπαν»


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Και αγάπησε τους ερημωμένους, μίλησε για τους καταπιεσμένους, τους δυστυχισμένους από έρωτα, τους έρωτες που έψαχναν να βρουν ένα γραμμόφωνο, τους αόρατους της κοινωνίας που η κοινωνία έβαλε στο περιθώριο και ποτέ κανείς δεν θέλει να μιλά, εκείνους που δεν είναι παρά κουρασμένοι περπατητές που ακουμπούν στη ρίζα μιας ελιάς ν’ ακούσουν το τραγούδι των γρύλων.

Ο Μενέλαος Λουντέμης φυσικά. 
Ο «Έλα δω βρε μικρό μου, να της πω… Ποιον πας κι αγαπάς;» 
Ο Μενέλαος Λουντέμης που ρώτησε: «Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Νυστάζεις ή πονάς;»
Ο Λουντέμης που μας είπε: «Έλα. Ο,τι κι αν είναι θα περάσει. Μάζεψε την ψυχή σου κι όρμα»
Ο Μενέλαος Λουντέμης με αυτήν την ακαταμάχητη τρυφερότητα: «Γιατί οφείλουμε στον άνθρωπο κάτι παραπάνω από τροφή και νερό. Γιατί οφείλουμε στον άνθρωπο συμπαράσταση»
Ο Λουντέμης με το: «Επειδή κι ο ίδιος ήταν αυτό που ο ίδιος έγραψε: Πόνεσε, κλάψε, πείνα. Μόνο μην κάνεις τον άλλον να πονέσει και να πεινά».
«Κι εσύ φημισμένε, εσύ δοξασμένε, Εσύ δυνατέ… ένα μόνο ξέρε: Πως όσο ψηλά κι αν ανέβεις, Ποτέ δε θα φτάσεις το μπόι των χαμηλών που θυσιάστηκαν για ψηλά πράγματα!»

Όποτε κοιτώ αυτή τη φωτογραφία του, μου έρχεται στο νου ο στίχος του συγκρατούμενού του, του μεγάλου ποιητή μας τον Γιάννη Ρίτσου. Τονίζω το συγκρατούμενος επειδή το θεωρώ πάντα ανώτερο, πιο μεγάλο κι ιερό και ιδανικό και άπιαστο από την εξαίσια ποιητική, απ' των ανθρώπων τη γραφή.
Ο σύντροφος γεννήθηκε σαν σήμερα. 

Ο μεγάλος λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης (Δημήτρης Βαλασιάδης) 
Ο Λουντέμης που για μέρες περπατούσε μαζί με τα μπουλούκια. 
 
«Θεέ μου, τι μάτια πάναστρα». Γιάννης Ρίτσος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου