Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019

Παιδεία και εκπαίδευση



Παιδεία και εκπαίδευση

Τα πιο ακριβά πτυχία μας είναι η αγάπη μας, οι ανυστερόβουλοι αγώνες μας, η ανιδιοτελής προσφορά μας, η ειλικρίνεια μας και η αλληλεγγύη μας προς τον συνάνθρωπο μας για μια καλύτερη κοινωνία, για ένα καλύτερο αύριο σ’ έναν καλύτερο και αλληλέγγυο κόσμο και όχι η κονόμα, η ανεντιμότητα, η ανηθικότητα, η ρεμούλα, η αρπαχτή και το ρουσφέτι.
Η επιστήμη για τον δικό μας κόσμο είναι να προφτάσουμε την αυγή και το αύριο και να δημιουργήσουμε νέους χρόνους κι εποχές στο μπόι των ονείρων μας, στο μπόι των ανθρώπων, έχοντας ως στόχο τη διαμόρφωση πολιτών που θα διαπνέονται από τις μεγάλες αρχές της αρετής, της αλληλεγγύης, της κοινωνικής δικαιοσύνης, του ανθρωπισμού και της ανιδιοτελούς προσφοράς προς το κοινωνικό σύνολο με μοναδικό γνώμονα το κοινό καλό.
Αυτά είναι που δεν θα αποκτήσουν ποτέ «διανοούμενοι» της σαπουν-όπερας, των σαθρών διαλέξεων αλλά και γνωστών άρθρων που προσβάλουν την τιμή και την αξιοπρέπειά μας, υποτιμούν τη νοημοσύνη μας και υποβαθμίζουν την κοινωνία μας. Οι απόντες, οι αδιάφοροι, οι δοτοί, οι κυνικοί, οι γελοίοι, οι άδειοι από ζωή με «τίτλους σπουδών» αστείων μεταπτυχιακών και διδακτορικών που κατάφεραν να αποκτήσουν με ρουσφέτι και με το πορτοφόλι τους ή με το πορτοφόλι του μπαμπάκα τους.
Δεκάδες φορές μπήκε μπροστά μου το δίλημμα: Να σιωπήσω μπροστά στην αυθαιρεσία, το άδικο, το παράνομο, το πρόστυχο, το γελοίο, το ανήθικο, το διεφθαρμένο, το διεστραμμένο ή να υψώσω το ανάστημά μου και να εναντιωθώ σ’ αυτά; Πάντοτε προτίμησα το δεύτερο δρόμο και συνεχίζω πάντα κάθε στιγμή κάθε λεπτό να τον ξαναδιαλέγω.
Αρκεί ένα σου ΔΑΚΡΥ.
Κι ας μη ξεχνάμε με το δάκρυ τα μάτια πλένονται, καθαρίζουν και βλέπουν πολύ μακριά, πιο μακριά ακόμα και απ’ αυτή τη ΖΩΗ.

Με αγάπη μέσα από την καρδιά μου.



Δρ. Ευάγγελος Κ. Ιωακειμίδης
Χημικός Μηχανικός M.Sc., M.Ed., Ph.D., Post Doc.
Διδάκτωρ Μηχανικός Ε. Μ. Π.

Σχολική ιστορία και βαρβαρότητα



Το σχολείο ήταν ανέκαθεν ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό εργαλείο στα χέρια εκείνων που έκαναν τις κυρίαρχες πολιτικές επιλογές. Ιδιαίτερα τα σχολικά εγχειρίδια απετέλεσαν το ουσιαστικότερο μέσο διάχυσης των απόψεων, από τις οποίες τα Ελληνόπουλα, σύμφωνα με τους κρατούντες, έπρεπε να εμφορούνται. Πάντα υπηρέτησαν πιστά τόσο το ιδεολόγημα της εθνικής συνέχειας και ομοιογένειας του ελληνικού έθνους όσο και την αναπόφευκτη ιεράρχηση των πολιτισμών. Για το εκπαιδευτικό μας σύστημα το έθνος μας παρέμεινε ανά τους αιώνες αναλλοίωτο και ανέπαφο. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως, όταν ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος το 1853 διατύπωσε με κατηγορηματικό τρόπο τη θεωρία της αδιάσπαστης συνέχειας του ελληνισμού στο έργο του Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, κυριαρχούσαν -ακόμη και στα σχολικά εγχειρίδια της εποχής- οι αντιλήψεις που θεωρούσαν το Βυζάντιο ως «περίοδο δουλείας για το ελληνικό έθνος». H άποψη του Παπαρρηγόπουλου ότι το Βυζάντιο δεν ήταν ένα εκφυλισμένο υπόλειμμα του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, αλλά αποτελούσε αναβίωση του ελληνισμού μέσα σε νέα σχήματα, απεδείχθη ηγεμονική στην επιστημονική κοινότητα και ανθεκτική στο πέρασμα του χρόνου. Ενώ, αντίθετα, η πένα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στο βιβλίο του Οι έμποροι των Εθνών αδίστακτα χαρακτηρίζει τους Βυζαντινούς ως Ρωμαίους.

Αλλά και ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας Φαίδων Κουκουλές, στο έργο του Βυζαντινών βίος και πολιτισμός περιέγραψε την καθημερινότητα της εποχής ως εξής: «...προς μεν τον αρχαίον ασθενέστερων συνδέεται, προς τον νεώτερο αυτό τούτο εν πλείστοις συμπίπτει» (Δ. Χατζή, Το πρόσωπο του νέου Ελληνισμού, Το Ροδακιό, 2005, σ.54)

Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα αντοχής της θεωρίας της συνέχειας του ελληνικού έθνους αποτελεί η κυριαρχία της μέχρι σήμερα στα σχολικά εγχειρίδια. Περιγράφει την εξέλιξη ενός έθνους και ενός πολιτισμού που περιλαμβάνει τρία στάδια: την αρχαιότητα, το Βυζάντιο και το σήμερα. «Η ελληνικότητα, με την έννοια της ταυτότητας και της συνείδησης, που είναι εθνική, θρησκευτική, γλωσσική και γενικότερα πολιτισμική, περιγράφεται έμμεσα αναλλοίωτη, εφόσον γενικώς υπάρχει και επί αιώνες καταφέρνει και διατηρείται 'ως προς όλα της τα στοιχεία' μέχρι την επανάσταση και την ίδρυση του ελληνικού κράτους», σημειώνει το βιβλίο της ιστορίας της Γ' γυμνασίου. (Φραγκουδάκη, 1997, σ.352). Στα βιβλία της σχολικής ιστορίας «η αξία της ομοιογένειας συμπληρώνει την αξία της διατήρησης» (Στο ίδιο, σ.353). Στα εγχειρίδια υπάρχει πλήρης απουσία αναφορών σε «εθνοτικά, θρησκευτικά, γλωσσικά και πολιτισμικά πληθυσμιακά μίγματα που χαρακτηρίζουν όλες τις αυτοκρατορίες, εξίσου τη βυζαντινή και την οθωμανική» (Στο ίδιο).

Αποκρύπτεται επιμελώς το γεγονός, ότι «Η αρχαία Ελλάδα θα γίνει γνωστή και στους Νεοέλληνες, αφού περάσει μέσα από την Αναγέννηση» (Δ. Χατζή, Το πρόσωπο του νέου Ελληνισμού, Το Ροδακιό, 2005, σ.77).

Όταν η Θεσσαλονίκη, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, εντάχθηκε στο ελληνικό κράτος, το εβραϊκό στοιχείο πλειοψηφούσε στη σύνθεση του πληθυσμού της πόλης (Φραγκουδάκη, 1997, σ. 395). Το συμβάν αποκρύπτεται, ενώ επρόκειτο για μια από τις σημαντικότερες «εβραϊκές κοινότητες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης»
 (Μαργαρίτης, 2005, σ.13).

Η εθνική ανομοιογένεια έπρεπε με κάθε τρόπο να αποσιωπηθεί, γιατί για τα σχολικά εγχειρίδια είναι εμπόδιο στην ειρηνική επιβίωση του κράτους. Ιδεολογικό παράγωγο αυτών των απόψεων υπήρξε η Μεγάλη Ιδέα. Η μνεία της στο βιβλίο της ΣΤ' δημοτικού «ως ανασύσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας γίνεται χωρίς άλλο σχόλιο, καθώς και η αποκλειστικά θετική της παρουσίαση χωρίς καμία νύξη στις αρνητικές πλευρές της ιδεολογικής της λειτουργίας απέναντι στα λαϊκά στρώματα ή στις τρομερές ήττες του ελληνικού κράτους, στις οποίες (το) οδήγησε» (Φραγκουδάκη, 1997, σ.365).

Χριστιανοί και μουσουλμάνοι ξεριζώθηκαν και «η Ελλάδα και η Τουρκία απέκτησαν έτσι ένα πλήθος χαμένων πατρίδων» (Μαργαρίτης, 2005, σ. 12).

Παράλληλα, τα σχολικά εγχειρίδια υπέπεσαν σε σημαντικές αντιφάσεις. Έτσι, ενώ δηλώνεται «η οικονομική ανάπτυξη» και «η άνθιση της παιδείας», ενώ παρουσιάζεται χάρτης των ελληνικών σχολείων από τον 17ο αιώνα, από την άλλη αφήνεται να εννοηθεί ότι «η οθωμανική αυτοκρατορία εμπόδιζε γενικά την ανάπτυξη της παιδείας» (Φραγκουδάκη, 1997, σ.357), με αποτέλεσμα να υπονοείται η λειτουργία του «κρυφού σχολειού».

Η αξία του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, κατά τα εγχειρίδια, βρίσκεται στη σχέση του με τον αρχαίο, ο οποίος εμφανίζεται ως αξία μοναδική και ανεπανάληπτη, αλλά ταυτόχρονα και ως κοιτίδα του σύγχρονου πολιτισμού στους τομείς της επιστήμης, της τέχνης και των ιδεών. Αυτή η αντιμετώπιση οδηγεί σε μια σαφέστατη κατάταξη των λαών και των πολιτισμών τους σε μια ιεραρχική κλίμακα, που αποδίδει στη δυτική Ευρώπη την πρώτη θέση, ενώ μέσω αυτής της κατάταξης ο ελληνικός πολιτισμός, ως πηγή του ευρωπαϊκού, βρίσκεται στο πιο ψηλό σκαλί του βάθρου των πολιτισμών του κόσμου. Αυτή η παρουσίαση του ελληνικού έθνους και του ελληνικού πολιτισμού δεν είναι άμοιρη επιπτώσεων, τόσο στους αλλοεθνείς όσο και στους Έλληνες μαθητές.

Η εικόνα των άλλων εθνών, όπως διαμορφώνεται από τα σχολικά βιβλία, «είναι κατοπτρική εικόνα του εθνικού εαυτού» (Στο ίδιο, σ. 395). Δηλαδή, ο τρόπος που βλέπουμε τον εαυτό μας είναι αποφασιστικής σημασίας για τον τρόπο που βλέπουμε, αξιολογούμε και κρίνουμε τους «άλλους». Αυτή η αντίληψη θεωρεί και τα άλλα έθνη ως «φυσικά» διακριτές και ομοιόμορφες εσωτερικά ομάδες, ενώ παράλληλα αρνείται κάθε αλληλεπίδραση, που είναι βασικό χαρακτηριστικό της εξέλιξης. Αγνοεί πως ακόμα και αυτή η «ποικιλομορφία των πολιτισμών[...] δεν οφείλεται τόσο στην απομόνωση των ομάδων όσο στις σχέσεις που τις ενώνουν» (Levi-Strauss, 2003, σ. 37).

Το αποτέλεσμα των περιεχομένων των εγχειριδίων και της διδασκαλίας, που τα συνοδεύει στις σχολικές τάξεις, είναι η περιθωριοποίηση και ο αποκλεισμός όσων δεν ταυτίζονται με το αμιγές εθνικό πρότυπο, ακριβώς λόγω της «διαφοράς» τους. Τα παιδιά των μεταναστών, των μειονοτήτων, των «ξένων» θεωρούνται απολύτως ομοιόμορφοι φορείς του δικού τους πολιτισμού. Έτσι, παραβλέπονται οι εσωτερικές -ταξικές, φυλετικές και πολιτισμικές- διαφοροποιήσεις μέσα στα πλαίσια των διαφόρων μειονοτήτων. Απολυτοποιούνται και παγιώνονται όλες οι εθνικές διαφορές και παραγνωρίζεται ο δυναμικός χαρακτήρας της όποιας ταυτότητας -επομένως και της εθνικής- που της δίνει τη δυνατότητα της διαρκούς διαπραγμάτευσης και επανεξέτασης των στοιχείων που τη συγκροτούν. Διαφοροποιήσεις και επαναδιαπραγματεύσεις που -σε πείσμα των εγχειριδίων- πραγματοποιούνται αενάως μέσα στο επίσης μεταβαλλόμενο ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον.

Από την άλλη μεριά, η εικόνα που εισπράττουν τα ελληνόπουλα για το έθνος τους μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια διαμορφώνεται από ανακριβείς και αντιφατικές πληροφορίες. Μαθαίνουν ότι οι σχέσεις του ελληνικού έθνους με τους εθνικούς άλλους ήταν πάντα συγκρουσιακές και ότι απ' αυτούς τίποτα θετικό δεν αξίζει να αντλήσουμε. Το μόνο καθήκον που έχουμε απέναντί τους είναι να αμυνθούμε. Διαμορφώνουν την άποψη ότι οι Έλληνες δεν έχουν -ή τουλάχιστον δεν πρέπει να έχουν- κοινωνικές, θρησκευτικές, φυλετικές ή ακόμα και ταξικές διαφορές. Σύμφωνα με τα εγχειρίδια όποτε συνέβη κάτι τέτοιο το έθνος ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να μη καλλιεργείται η ιστορική κριτική σκέψη. Να εμποδίζονται να συνειδητοποιήσουν ότι η ιστορία είναι διαρκής ανασύνθεση του παρελθόντος. Να αδυνατούν να αντιληφθούν θετικά τις ομοιότητες, αλλά και τις διαφορές με τους γειτονικούς κυρίως λαούς. (Φραγκουδάκη, 1997, σ. 400).

Συμπερασματικά, ο Κλωντ Λέβι Στρως υποστηρίζει πως η τάση να απορρίπτουμε ό,τι δεν ταυτίζεται με αυτά που ταυτιζόμαστε έχει γερά ψυχολογικά θεμέλια. Μας θυμίζει πως «η αρχαιότητα συνέχεε στο ίδιο όνομα 'βάρβαρος' ό,τι δεν μετείχε στον ελληνικό (και κατόπιν ελληνορωμαϊκό) πολιτισμό». Σημειώνει πως «η ανθρωπότητα» συνηθίζει πολλές φορές να «σταματά στα όρια της φυλής, της γλωσσικής ομάδας, μερικές φορές ακόμα και του χωριού» και καταλήγει με καυστικότητα: «βάρβαρος είναι πρώτα πρώτα ο άνθρωπος που πιστεύει στη βαρβαρότητα» (Levi-Strauss, 2003, σ. 40).

Γιώργος Μπουγιελέκας: 20.09.2019
Εκπαιδευτικός, συγγραφέας και μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ Γ., Τσάμηδες-Εβραίοι, ανεπιθύμητοι συμπατριώτες. Στοιχεία για την καταστροφή των μειονοτήτων της Ελλάδας, Βιβλιόραμα, 2005. 
2.ΦΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ ΑΝΝΑ-ΘΑΛΕΙΑ ΔΡΑΓΩΝΑ, "Τι είν' η πατρίδα μας;" Εθνοκεντρισμός στην Εκπαίδευση, Αλεξάνδρεια, 1997. 
3.ΧΑΤΖΗΣ Δ., Το πρόσωπο του Νέου Ελληνισμού, Το Ροδακιό, 2005.

Πηγή: Η Αυγή

Η ιστορία του θρυλικού λήσταρχου Γιαγκούλα




Ο λήσταρχος Γιαγκούλας

Η γέννηση του περιβόητου λήσταρχου Γιαγκούλα, του φόβου και τρόμου του Ολύμπου, παραμένει άγνωστη, αν και μία πιθανή χρονολογία είναι το 1894. 

Είδε το φως του κόσμου κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα στο χωριό Μεταξάς κοντά στα Σέρβια Κοζάνης.
 
Ο θάνατός του στις 20 Σεπτεμβρίου 1925, υπήρξε ωστόσο, επεισοδιακός όσο και ο βίος του και έγινε πρώτη είδηση.

Ο αμφιλεγόμενος Φώτης Γιαγκούλας, ο άνθρωπος που λέγεται ότι είχε στο ενεργητικό του τόσους φόνους όσες και αγαθοεργίες, αγαπούσε την καλή ζωή, γοήτευε τις γυναίκες και ευκαιρίας δοθείσης, χλεύαζε και εξευτέλιζε τη χωροφυλακή.

 Σύμφωνα με το βιβλίο του Βασίλη Τζανακάρη «Φώτης Γιαγκούλας: Ο απέθαντος και άλλες ληστρικές ιστορίες» (εκδόσεις Μεταίχμιο), «[…] Ο λήσταρχος Φώτης, γνωστός ως Φώτος ή Φώτης Γιαγκούλας [….] ξεκινά τη δράση του με ένα ‘έγκλημα τιμής’, καθώς κατεβαίνει στην Αθήνα και φονεύει έναν υπομοίραρχο που είχε βιάσει μια ξαδέλφη του. Στη συνέχεια «βγαίνει στο κλαρί», επικηρύσσεται το 1920 και σκοτώνεται σε συμπλοκή με τα καταδιωκτικά αποσπάσματα. Έδρασε κυρίως στην περιοχή του Ολύμπου, με φόνους, ληστείες και απαγωγές να καταγράφονται στο ενεργητικό του, ενώ για ένα μικρό διάστημα διέμεινε στην Αθήνα, όπου ανέπτυξε σχέση με κυρία της αριστοκρατίας, φυσικά».

Κατά μία άλλη εκδοχή, στα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου, ο νεαρός Γιαγκούλας κατηγορήθηκε για ζωοκλοπή από τους συγχωριανούς του, σε μια εποχή πείνας και εξαθλίωσης. Φώναζε ότι είναι αθώος, αλλά φυλακίστηκε για τέσσερις μήνες στη Λάρισα. Βγαίνοντας πήρε τα βουνά και τον δρόμο της παρανομίας. 

O θρυλικός λήσταρχος λοιπόν, έδρασε την άγρια εποχή του Μεσοπολέμου στον Όλυμπο και στα Πιέρια, την Ελασσόνα και την Κοζάνη. Έστηνε τα καρτέρια του στις κλεισούρες και με τη συμμορία του, ριχνόταν σε ληστείες και απαγωγές. Η ιστορία του, όπως και οι ιστορίες άλλων ληστών και λησταρχαίων της εποχής, κυκλοφορούσαν σε φτηνά αναγνώσματα ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα και τροφοδοτούσαν τη λαϊκή φαντασία. Ίσως, επειδή, όπως λέγεται, με τα κέρδη του βοηθούσε φτωχούς. 

«Ο βασιλεύς των Ορέων»

Ο Γιαγκούλας ήταν επικηρυγμένος (αντί 600.000 χλμ δραχμών, ποσό πολύ υψηλό για την εποχή) και η χωροφυλακή τον κυνηγούσε μανιωδώς.

Για να μπορεί να κυκλοφορεί -και να πηγαίνει στις αγαπημένες του ταβέρνες- μεταμφιεζόταν. Συχνά πυκνά δε, καθόταν ακριβώς δίπλα στους χωροφύλακες και τους άκουγε να φλυαρούν για κείνον και να εξυφαίνουν σχέδια για τη σύλληψη του.


Μια φορά φεύγοντας από ένα ταβερνείο άφησε κάτω από το πιάτο του ένα χαρτάκι που έγραφε «βασιλεύς των Ορέων, Γιαγκούλας».

Ο εστιάτορας το βρήκε και το έδειξε στους κυνηγούς του. Εκείνοι φυσικά, έγιναν έξαλλοι.

Το γράμμα προς τον αρχηγό της χωροφυλακής

Κάποια στιγμή έφτασαν στα αφτιά του ιστορίες ότι οι χωροφύλακες κακομεταχειρίστηκαν χωρικούς, πρακτική που ήταν εξαιρετικά διαδεδομένη κατά την καταδίωξη ληστών.

Εξοργισμένος έστειλε στον αρχηγό της χωροφυλακής ένα γράμμα, στο οποίο του εξηγούσε (με πολύ γλαφυρό τρόπο) τον λόγο για τον οποίον κανένας βοσκός δεν επρόκειτο να τον προδώσει.



Μια φορά φεύγοντας από ένα ταβερνείο άφησε κάτω από το πιάτο του ένα χαρτάκι που έγραφε «βασιλεύς των Ορέων, Γιαγκούλας».

Ο εστιάτορας το βρήκε και το έδειξε στους κυνηγούς του. Εκείνοι φυσικά, έγιναν έξαλλοι.

Το γράμμα έγραφε τα εξής: «Τί πιέζεις τους εργατικούς ανθρώπους και τους κτηνοτρόφους αφού βρε κωλογαλονάδες γαμώ τ’ αστέρια σας και όλη την οικογένειά σας, αφού σας στέλλω είδηση όπου περνώ και δεν έρχεστε να πολεμήσωμε. Τί φταίγει ο κόσμος ο εργατικός και τους κακοπιέζεις; Έλα εσύ ρε αρχίδι και γίνε τσομπάνος και αν θέλης πρόδωσέ με. Την μίαν την βραδυάν θα με προδώσεις, την άλλη την βραδυάν θα σε κόψω σαν τ’ αρνάκι. Από σήμερα και εντεύθεν να ξεύρης εάν κακοποιήσεις τους ανθρώπους θα σε κάνωμε στρατοκαρτέρια και θα σε πελεκήσωμε με τα σπαθιά μας. Τ’ άντερα σου θα σου τα κάνωμε κοκορέτσι και θα σου τα δώσουμε να τα φας. Κι αυτή τη στιγμή σε καλούμε να έλθης βρε αρχίδι να έλθης να πολεμήσωμε εδώ απάνω εις τον άγιον Προφήτην Ηλίαν...»

Η μεγάλη απόδραση

Η πρώτη μεγάλη, επισήμως καταγεγραμμένη, προσβολή προς τις αρχές ήταν όταν ο Γιαγκούλας απέδρασε σιδηροδέσμιος, μέσα από το τρένο που τον μετέφερε στο Γκεντί Κουλέ στη Θεσσαλονίκη για να εκτίσει την ποινή του.

Οι αρχές τον είχαν συλλάβει λίγο νωρίτερα, αλλά ο Γιαγκούλας κατάφερε να γλιστρήσει μέσα από τα χέρια τους.

Η απόδραση έγινε για άλλη μια φορά θέμα στον Τύπο της εποχής, κυρίως εξαιτίας της… τακτικής του: Τους έβαλε να πιουν κρασί, έκανε τον κοιμισμένο και όταν οι χωροφύλακες όντες ζαλισμένοι αποκοιμήθηκαν, εκείνος πήδηξε έξω από το τρένο....



Με δύο σφαίρες 

Ο Γιαγκούλας σκοτώθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 1925, στην Κλεφτόβρυση Ολύμπου.

Η συμπλοκή κράτησε οκτώ ολόκληρες ώρες.

Ο Γιαγκούλας και η συμμορία του βρέθηκαν αντιμέτωποι με 27 χωροφύλακες, αγροφύλακες και καταδότες.

Επικεφαλής ήταν ο μοίραρχος της χωροφυλακής και ορκισμένος εχθρός του, Ιωάννης Πετράκης. Τελικά, ο Φώτος έπεσε νεκρός με δύο σφαίρες στην κοιλιά.

Στη συμπλοκή σκοτώθηκαν επίσης, ο συνεργάτης του, Πάνος Μπαμπάνης, ο λήσταρχος Τσαμήτρας και ο χωροφύλακας Κωνσταντίνος Σαλιώρας.

Τα κεφάλια των ληστών εκτέθηκαν σε κοινή θέα στην Κατερίνη, επάνω σε ένα κοντάρι μπροστά στο κτίριο του δικαστηρίου.

«Στις 26 Σεπτεμβρίου 1925 τα κεφάλια των Γιαγκούλα, Μπαμπάνη, Τσαμήτρα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και παραδόθηκαν στο ιατροδικαστικό εργαστήριο της οδού Σωκράτους. Και τα τρία διατηρούνταν σε καλή κατάσταση».



Η μαρτυρία για τον αποκεφαλισμό του

Σχετικά με τα όσα ακολούθησαν τον θάνατο του λήσταρχου, διασώζεται η εξής μαρτυρία:

«Ύστερα από το τέλος των τριών λήσταρχων, ένας κτηνοτρόφος, ονόματι Καλαϊτζής, παρακάλεσε το μοίραρχο Πετράκη να αναλάβει το μακάβριο έργο να κόψει αυτός το κεφάλι του Φώτη Γιαγκούλα, και μάλιστα με το ίδιο μαχαίρι με το οποίο, όταν ο λήσταρχος ήταν εν ζωή, κατά τα λεγόμενα του Καλαϊτζή, τον είχε απειλήσει τέσσερις φορές να τον σφάξει. Ο μοίραρχος το αποδέχθηκε, ‘διότι κανείς άλλος δεν ήθελε να κάνει το έργον του χειρούργου’. Και ο κτηνοτρόφος ‘όρμησε κατά του άψυχου Γιαγκούλα και τον ήρπασεν από τα μαλλιά. Έσυρε στο κατόπιν το μαχαίρι του ίδιου του λήσταρχου (ένα μικρό ευτελέστατον που κόβουν το ψωμί) και μετ’ ολίγον εχώριζε την κεφαλήν από το σώμα κρατήσας το μαχαίρι ως ενθύμιον αφού του το προσέφερεν ο κ. Πετράκης’».

Στις τσέπες του θα βρεθεί μια ερωτική επιστολή της Μπήλιως. Λέγεται ότι οι ερωμένες του ήταν τουλάχιστον πέντε, παρότι υπήρξε παντρεμένος με συγχωριανή του



Η περίφημη, φονική «Παρδάλα»

Το κεφάλι του Γιαγκούλα, μαζί με την περίφημη «Παρδάλα» (με την οποία εκτιμάται ότι δολοφόνησε 54 ανθρώπους) εκτίθενται στο Εγκληματολογικό Μουσείο.

Στην «Παρδάλα», τη μαχαίρα του, που είχε αποκτήσει το 1917 και η οποία θεωρείται δείγμα της παρορμητικής, ιδιόμορφης και φλογερής ιδιοσυγκρασίας του, είχε χαράξει τα εξής λόγια:

«Προς τους πάντας. Μη δηνάμενος να εύρο ίδινος δικαίου παρά της δυκαιοσήνης των Ελλήνων, ηναγγάσθην να τονίσο το δίκαιον της Παρδάλας ή Μαχαίρας. Όθεον η ύψηστος αυτή λειτουργός της ανάνδρου Δικαιοσύνης ονόματι Παρδάλα έχη τον λόγον από σήμερον εις πάντας τους αιωθούντας και απίστους. Η λειτουργία αυτής έσετε πάντοτε ειλικρινής και ουδέποτε θέλη λησμονήση τα Ιερά καθήκοντά της προς αναμονή του δικαίου. Μαρτίου 1917».



Ελεύθερη απόδοση στη νέα ελληνική:

«Προς όλους. Επειδή δεν μπορώ να βρω δίκαιο στη δικαιοσύνη των Ελλήνων, αναγκάσθηκα να τονίσω το δίκαιο της Παρδάλας ή Μαχαίρας. Από τώρα και στο εξής η ύψιστη αυτή λειτουργός της άνανδρης Δικαιοσύνης, η ονομαζόμενη ‘Παρδάλα’, έχει τον λόγο απέναντι σε όλους τους υπεύθυνους και άπιστους. Η λειτουργία αυτής της μαχαίρας θα είναι πάντα ειλικρινής και πότε δεν θα λησμονήσει τα ιερά της καθήκοντα για την απονομή του δικαίου. Μάρτιος 1917».

Το 1928 η ζωή και η δράση του Γιαγκούλα αποτέλεσαν το θέμα ομώνυμης ταινίας του Κομινάκη, σε μια εμβρυακή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου.


ΠΗΓΗ TVXS